Σάββατο 11 Αυγούστου 2012


ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ …ΜΕΓΑΛΟΥΣ
                                                  
 Θυμήθηκα ένα παλιό παραμύθι. Θέλεις την αλήθεια; Ψάξε την στα παραμύθια, λένε. Το παραμύθι αυτό που θα σας πω, δεν είναι ένα παραμύθι  για παιδιά, αλλά για μεγάλους. Έχει δηλαδή κάποιο νόημα και κάποιο μήνυμα να δώσει.
  Ήτανε λέει μια φορά κι έναν καιρό σε μέρη μακρυνά ένα πολύ ευτυχισμένο βασίλειο, όπου όμως ο βασιλιάς είχε επιβάλλει ένα φριχτό και άδικο νόμο: Ο κάθε γέροντας όταν έφτανε στην ηλικία  εκείνη που όριζε ο νόμος έπρεπε υποχρεωτικά και χωρίς εξαιρέσεις να ρίχνεται σ’ ένα γκρεμνό! Αυτός ήταν ο νόμος!
 Ένας γέρο –πατέρας ζούσε λέει σ’ αυτό το βασίλειο με το γιο του, ένα άξιο κι εργατικό παλληκάρι. Καλά περνούσαν οι δυο τους ως την ημέρα που ο γέρος έφτασε στην κρίσιμη ηλικία που ώριζε ο τρομερός νόμος. Του λέει λοιπόν ο γιος:
-Πατέρα μου, το ξέρεις πως σ’ αγαπώ και πως σε θέλω να ζεις κοντά μου, μα ήρθε η ώρα που ο νόμος του βασιλιά  ορίζει να ριχτείς στον γκρεμνό. Ξέρεις πως ο νόμος είναι αυστηρός κι αν αυτό δεν γίνει ο βασιλιάς θα σκοτώσει κι εμένα. Άρα….
 Ο πατέρας κατέβασε το κεφάλι και καθόλου δεν μίλησε, μόνο ένα δάκρυ κύλησε απ’ τα μάτια του.
-Το μόνο που μπορώ να κάνω για σένα πατέρα, είναι να σ’ αφήσω να διαλέξεις από ποια μεριά του γκρεμνού προτιμάς να σε ρίξω, ξαναμίλησε ο γιος.
 Άλλο ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του γέρου και είπε:
-Να με ρίξεις από τη μεριά που θέλεις να σε ρίξουν κι εσένα σαν έρθεις στην ηλικία μου, είπε ο γέρο πατέρας.
  Τότε, μ’ αυτά τα λόγια ο γιος κατέρρευσε. Eίπε «όχι, τελικά δεν μπορώ να το κάνω», και συμφώνησαν να μείνει ο γέρος κλεισμένος μέσα στο σπίτι και να μη βγαίνει ποτέ ώστε να είναι αδύνατο να τον ανακαλύψει ο βασιλιάς και να τους τιμωρήσει, πατέρα και γιο.
Εύκολα αντιλαμβάνεσαι αγαπητέ αναγνώστη  τι θέλει να πει το παραμύθι μου και ποια είναι η σχέση του με την πραγματικότητα που πρόκειται να βιώσουν οι ηλικιωμένοι της Ελλάδας.
Το μακρυνό βασίλειο του παραμυθιού ίσως δεν είναι τόσο μακρυνό για την Ελλάδα. Ο βάρβαρος νόμος του βασιλιά αρχίζει να διαγράφεται ήδη αμυδρά στον ελληνικό ορίζοντα.
-Μήπως όμως είσαι υπερβολικός; Μήπως βλέπεις το ποτήρι μισοάδειο ενώ είναι μισογεμάτο; Μήπως είσαι ….του ΣΥΡΙΖΑ, είπε ο Θωμάς που τόση ώρα με παρακολουθούσε με ενδιαφέρον.
 - Δες απλά και μόνο τα γεγονότα, φίλε μου: Τα φαρμακεία ετοιμάζονται να κλείσουν (και πάλι). Οι ήδη περιορισμένες παροχές του ΕΟΠΥΥ, το επικρεμάμενο  πλαφόν των 1500 ευρώ το χρόνο, οι ελλείψεις φαρμάκων, η υπολειτουργεία των νοσοκομείων και η διαφαινόμενη κατάρρευση του συστήματος υγείας μήπως μας  θυμίζουν  λίγο τον ….γκεμνό του  μακρυνού και αποτρόπαιου βασιλείου του παραμυθιού;  Μήπως δεν είναι οι ηλικιωμένοι εκείνοι που πρώτοι θα κληθούν να παίξουν την υγεία τους κορώνα – γράμματα με τις απαράδεκτα χαμηλές παροχές του ΕΟΠΥΥ;  Μήπως δεν είναι ένας γκρεμνός το κλείσιμο νοσοκομείων, η διάλυση της υγείας;
 Κι εγώ εν τέλει ρωτώ - όχι τους ξένους δανειστές - αλλά την ελληνική κυβέρνηση: Υπάρχει πολιτισμός σ’ μαυτή τη χώρα που γέννησε τον πολιτισμό;  Υπάρχει ανθρωπιά; Υπάρχει πατριωτισμός; Υπάρχει όριο στην υποταγή και στην εξαθλίωση του ελληνικού λαού; Μέχρι που σκοπεύετε να φθάσετε αυτή τη δύσμοιρη χώρα;    

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012


ΕΠΑΝΕΚΚΙΝΗΣΗ
 Ο Θωμάς με κοίταξε με ανακούφιση.
-Επιτέλους, επανεκκίνηση τώρα. Επιτέλους θα ξαναδούμε τα άρθρα σου με τα ανεπίτρεπτα και τα αναπότρεπτα αυτού του κόσμου κι αυτού του τόπου. Πολύς κόσμος με ρωτά γιατί σταμάτησες (…μα έγραφε ωραία, είχε ένα δικό του στυλ λογοτεχνικό…) 
 Να λοιπόν που επιτέλους επανέρχεσαι! Σήμερα θα το γιορτάσομε! Θέλω να κεράσω καφέ!
 Ο Θωμάς με ξεκουράζει και με ενθαρρύνει γιατί πιστεύει στον  άνθρωπο και στις πραγματικές αξίες της ζωής. Ο ατόφιος, ντόμπρος χαρακτήρας του με κάνει να λησμονώ όσους ανθρώπους με εκμεταλεύτηκαν και με ξεζούμισαν με κάθε ευκαιρία. Τέτοια είναι –συλλογίζομαι - δυστυχώς η ανθρώπινη φύση. 
 Ο φίλος μου ετοίμασε προσεκτικά κι έβαλε στο τραπέζι τα δύο φλυτζάνια αχνιστού ελληνικού καφέ. Τράβηξε την πρώτη ρουφηξιά αναστενάζοντας με απόλαυση. Καθώς έμενα αμίλητος αισθάνθηκε την ανάγκη να συνεχίσει εκείνος:
-Κάποια πράγματα αδυνατώ να τα καταλάβω, μονολόγησε.  Βλέπομε σήμερα μπροστά στα μάτια μας το απίστευτο, αυτό που δεν περιμέναμε ποτέ να δούμε: Οι πολίτες δεν μπορούν πια να πάρουν τα φάρμακά τους με το ταμείο τους.
Αυτό αν συνεχιστεί σημαίνει θανάτους ανθρώπων. Αυτό για τους δυνάστες της χώρας μπορεί να μην είναι σημαντικό, μπορεί να το ονομάσουν «παράπλευρες απώλειες» για μας όμως είναι πρωταρχικό μια που γνωρίζομε καλά ότι η αξία του ανθρώπου είναι πάνω από τα οικονομικά μεγέθη.
Σταμάτησε για λίγο για να παρατηρήσει αφηρημένα τους περαστικούς που περνούσαν κάτω από το παράθυρο και συνέχισε:
 -Αμέσως κατόπιν έρχεται το πρόβλημα των αυτοκτονιών για οικονομικούς λόγους και η διάλυση της κοινωνικής συνοχής μέσα σε κλίμα κατάθλιψης, και ντροπής σε φόντο ζόφου και πείνας.
-Τι να τις κάνω τις πολιτιστικές σας εκδηλώσεις αφού ο κόσμος πεινά; Κάποτε φωνάζαμε το σύνθημα «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία». Τίποτα από τα τρία δεν υπάρχει σήμερα, τουλάχιστον με τη μορφή που εμείς ονειρευόμαστε. Σήμερα υπάρχει μόνο ο εφιάλτης μιας ξένης κατοχής πάω απ’ την Ελλάδα.
Ο Θωμάς τράβηξε και την τελευταία γουλιά απ’ το φλυτζάνι του και συνέχισε:
- Αρνούμαι πως η χώρα αυτή - που ο  πλούτος της γεμίζει τα μουσεία του κόσμου - είναι καταδικασμένη στη φτώχεια. Αυτή η χώρα οφείλει να ζει με ιδανικά και όχι με δανεικά…
 Μιλούσε συνεπαρμένος με φωνή σταθερή, μια – μία να βγαίνουν οι λέξεις: 
-Η εικόνα της Ελλάδας που ζει μέσα μου δεν έχει καμιά σχέση με την ταπεινωμένη Ελλάδα που μου παρουσιάζουν. Αρνούμαι να δεχτώ πως η πατρίδα μου είναι αυτή τη χώρα με το σκυμένο κεφάλι. Αυτοί που μας παρέδωσαν σαν πειραματόζωα στο διεθνές τραπεζικό κεφάλαιο  (ανεξάρτητα από το αν τελικά θα τιμωρηθούν γι αυτό), δεν έχουν σχέση με  την πραγματική Ελλάδα, διότι απλά δεν γνωρίζουν τι είναι η πραγματική Ελλάδα.
Η Ελλάδα η δική μου δεν έχει σχέση με όλα αυτά. Η Ελλάδα μου είναι μια πανάρχαια πλατφόρμα πολιτισμού που περιβάλλεται από ένα κέλυφος φωτεινό, κα ι περιτριγυρίζεται από λέξεις ελληνικές, ρωμαλέες κι ατίθασες, λέξεις που έπλασαν οι ποιητές της. Η Ελλάδα η δική μου αρνείται να υποταχθεί στην Ευρώπη των δανειστών, αυτή την βάρβαρη, την τερατώδη Ευρώπη. Δεν είναι αυτή η Ευρώπη που ο Δίας έφερε στην Κρήτη πάνω στα σύννεφα και την αγάπησε με πάθος. Δεν είναι αυτή η Ευρώπη που ονειρευτήκαμε εμείς που πιστέψαμε στην Ευρώπη των λαών.
-Η χώρα μου σήμερα έχει βουτήξει σε μια γκρίζα απογοήτευση. Ο πεσιμισμός και η κατάθλιψη έχουν ξεφύγει από το παραδοσιακό στερεότυπο του «ας τα λέμε καλά» και μετριέται πλέον με αυτοκτονίες. Οι άνθρωποι δεν παίρνουν τα φάρμακα που έδωσε ο γιατρός μη έχοντας χρήματα να τ’ αγοράσουν. Από την άλλη το κρύβουν διότι νοιώθουν ντροπή για το κατάντημά τους. Σαν φυσική συνέπεια, θερίζουν τα εμφράγματα και τα εγκεφαλικά.  Αυξάνουν βλέπεις σε συχνότητα αυτές οι αρρώστειες με την κατάθλιψη.
Τα νοσοκομεία υπολειτουργούν. Στην Ελλάδα μας εξελίσσεται αυτή τη στιγμή μια πρωτοφανής ανθρωπιστική κρίση. Οι ηλικιωμένοι νοιώθουν με τρόμο να ανοίγει μπροστά τους ένας σύγχρονος Καιάδας.
Αυτά όμως δεν ενδιαφέρουν τον κ. Σόιμπλε. Το βλέπεις στο βλέμμα του, βλέπεις και μια μοχθηρία ανεξήγητη. Εξισώνει και μετρά -χωρίς να κοκκινίζει – με χρήμα την ανθρώπινη ζωή.
Ο Θωμάς άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στους ανθρώπους που περνούσαν κάτω απ’ το παράθυρο. Παρά το άγχος και τα προβλήματα είχε μια διάθεση ποιητική σήμερα.
-Είδα σήμερα ένα σύνθημα που με γέμισε γαλήνη. «Ανοίγομε δρόμο στην ελπίδα», έγραφε η αφίσα.
 Μεγάλο πράμμα φίλε μου η ελπίδα. Θαρρείς πως μια λέξη από μόνη της γεμίζει την ψυχή και το στομάχι συγχρόνως.
-Αυτό είναι, φώναξε με έξαψη ο Θωμάς: Θα ψηφίσω «ελπίδα»! Νοιώθω πως πρέπει να ψηφίσω αυτούς που ανοίγουν δρόμο στην ελπίδα!
Δεν μιλούσα, μόνο τον κοίταζα. Δεν χρειαζόταν να μιλήσω. Τα είχε ήδη πει όλα ο Θωμάς. Τα είχε όλα αναλύσει και προβλέψει. Έπινα τον καφέ μου αμίλητος, ενώ ένα φρέσκο αεράκι απ’ το παράθυρο έμπαινε μέσα στα ανοιχτά μας  πουκάμισα γεμίζοντας τα πνευμόνια και το στήθος μας με ένα αίσθημα γαλήνης πρωτογονικό.













Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Δεν έχουν δει, εδώ και κάμποσον καιρό, καινούργιο γραφτό μου οι φίλοι μου και με ρωτούν με απορία:
-Μα γιατί δεν βλέπομε καινούργια άρθρα σου; Γιατί άραγε; Που είναι τα «ανεπίτρεπτα και αναπότρεπτα» που μας έκαναν παρεούλα…
Η απάντηση είναι απλή: Δεν θέλω να γράφω, δεν θέλω ν’ ακούω, δεν θέλω να βλέπω το κατάντημα της χώρας μου. Δεν τις θέλω τις καραμέλες που μου δίνουν για να ξεχνιέμαι.  Γνωρίζω πως σας θλίβει αυτό που λέω, μα έτσι είναι.  
 Η Ελλάδα, βουτηγμένη στα χρέη, ένα καράβι που κλυδωνίζεται ανάμεσα σε τεράστια κύματα ενώ οι Έλληνες μάταια προσπαθούν να συνειδητοποιήσουν πως φτάσαμε ως εδώ, ούτε και πιστεύουν πως είμαστε σε σωστό δρόμο. Αμίλητος, σιωπηλός προτιμώ κι εγώ να παρακολουθώ τις ώρες της αγωνίας. Η σιωπή ίσως να λέει τα περισσότερα.
 -Μα εσύ τα λες αυτά; Εσύ δεν ήσουν που ίδρυσες κάποτε το «Δίκτυο Εθελοντών του Δήμου Ρεθύμνου»; Που βρίσκεται αυτό τώρα;
-Έχει πεθάνει προ πολλού και έχω μετρήσει όλες τις ώρες της επιθανάτιας αγωνίας του.
-Μα πως λοιπόν περνάς τις ώρες σου; Περπατώντας στους δρόμους;
-Περπατώντας άσκοπα στους δρόμους, ναι,  και ψάχνοντας μήπως βρω τη χώρα μου μέσα σ’ αυτούς τους δρόμους. Γιατί, αυτή Θωμά, δεν είναι βέβαια η χώρα που ήξερες, που ήξερα. Είναι μια χώρα ξένη, χωρίς ήλιο και φως, χωρίς το θάμπος και το φως του γαλανού ουρανού και του απέραντου αγέρα που σου γέμιζε τα πνευμόνια και την ψυχή. Είναι μια χώρα χωρίς τη γεύση και τη μυρωδιά την ελληνική, χωρίς την επίγευση της γλώσας του τυφλού ποιητή που τραγουδούσε για περηφάνεια και για αντρειωμένους.  
 Ομολογώ πως σκέφτομαι συχνά αν θα μπορούσα να φύγω απ’ την Ελλάδα. Να μην βλέπω αυτά που γίνονται και κυρίως αυτά που πρόκειται να γίνουν. Μα πάλι η Ελλάδα….
 Εν τω μεταξύ εγώ περπατώ… Περπατώ στους δρόμους και όπου ακούσω μουσική …τσουπ, μέσα εκεί κι εγώ αυτομάτως!
«Χριστουγεννιάτικες Μελωδίες», «Μουσικός Καρπός», «Κουιντέτο Χάλκινων Πνευστών», Σοπράνο…έγραφε το προσεκτικά επιμελημένο πρόγραμμα. Χώθηκα στην αίθουσα.
 «Περίπου όπως ένας πεινασμένος που έχει να φάει τρεις μέρες, θα καταβρόχθιζε ένα πιάτο αχνιστό, καλομαγειρεμένο φαί, έτσι λαίμαργα γεύθηκα κι εγώ την εκδήλωση του Αντώνη Μαυράκη….» είχα γράψει στο χαρτί που τυχαία έσκυψε και είδε ο Θωμάς!
-Σιγά τώρα! Μια  εκδήλωση με Χριστουγεννιάτικα τραγουδάκια και λίγο αλατοπίπερο, θες να μας  την παρουσιάσεις σαν επίτευγμα πολιτιστικό… Σε ξέρομε δα, πως είσαι πάντα υπερβολικός, πως εξιδανικεύεις – περιγράφεις – εκθειάζεις ανθρώπους και καταστάσεις, θα πρέπει να φταίει η τερατώδης φαντασία σου που φτιάχνει ήρωες υπεράνθρωπους παραμυθιών, υπεράνθρωπους μουσικούς ίσως, κι ύστερα γαντζώνεσαι απάνω τους απλά για να επιβιώσεις μέσα στη σκληρή πραγματικότητα που διαμορφώνεται γύρω σου! 
Ο Θωμάς σταμάτησε λαχανιασμένος ενώ εγώ περίμενα με υπομονή για να σιγουρευτώ ότι τελείωσε.
-Ώστε έτσι λοιπόν, Θωμά! Μου έκανες κάτι σαν «ακαριαία ψυχανάλυση»! Δεν αποκλείεται να είναι έτσι, μπορεί και να χεις δίκιο. Όμως εγώ μέσα εκεί βίωσα τα Χριστούγεννα των παιδικών μου χρόνων. Τα υποβλητικά αστραφτερά χάλκινα όργανα μου έστελναν αστραπές και ήχους που με ζάλιζαν. Η συγκίνηση της Μαρίας Λαντζουράκη και της Βιργινίας Μελιγκουνάκη μεταγγιζόταν στο αίμα μου σταγόνα – σταγόνα, έτσι που ανέλπιστα άρχισαν να φύονται γύρω μου δέντρα Χριστουγεννιάτικα στολισμένα με χιλιάδες φωτάκια. Ανάμεσα στις παιδικές φωνές της χορωδίας θαρρούσα πως άκουγα την ίδια τη  δική μου παιδική φωνή, έστω και μακρυνή κι αδύναμη να φτάνει στα ίδια μου τ’ αυτιά από ένα μακρυνό παρελθόν, από κάποια άλλα Χριστούγεννα. Αυτά ένοιωσθα εγώ, κι εσύ Θωμά μπορείς να λες ότι θέλεις.
  Καλημέρα θλίψη. Καμιά σχέση με την κατάθλιψη. Εννοώ τη δημιουργική θλίψη. Τη θλίψη των στοχαστών και των ποιητών. Το χαμηλό πέταγμα πάνω από μια ήρεμη θάλασσα. Χωρίς έξαρση, χωρίς έπαρση.
  Καλημέρα αγαπημένε, καθημερινέ,  γλυκέ μου ψυχαναγκασμέ. Καλημέρα σκέψη. Λατρεύω τη σκέψη γιατί με οδηγεί στην πράξη. Γαλήνη. Γαλήνη σαν τη γαλήνη της Κυριακής, που η πόλη αδειάζει.
 Ήχος εφημερίδας που διαβάζεται. Θέλω να μαθαίνω. Οφείλω να γνωρίζω όσο γίνεται περισσότερα. Η γνώση είναι η δύναμή μου. Με τη γνώση και μ’ ένα μαχαίρι διασχίζεις μια ζούγκλα. 
  Καλημέρα Ελλάδα του 2012. Το φως του εκτυφλωτικού ήλιου προσπαθεί να γεμίσει την άδεια σου πραγματικότητα.
 Μόλις διέσχισα την οδό Τσάρων –την Αρκαδίου θέλω να πω – κι έφτασα περπατώντας στο νωχελικό Βενετσιάνικο λιμάνι. Αγέρας φρέσκος. Κυματάκι αφρισμένο. Πεισματωμένο και απρόβλεπτο. Γλάροι ξένοιαστοι λικνίζονται από πάνω.
 Περπατώντας στους δρόμους. Ούτε τα λεφτά τους ούτε τα καλά τους. Τη γλώσσα την ελληνική και μια καλύβα. Μια καλύβα μου φτάνει ρε παιδιά, αρκεί να βρίσκεται κάπου στις αμμουδιές του Ομήρου.
Άκου λέει! Εκατό φορές καλύτερα, στους δρόμους!