Σάββατο 27 Αυγούστου 2011

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


 Η μικρή ανέμελη συντροφιά καθόταν σταυροπόδι σε σχήμα κύκλου πάνω στην άμμο. Όχι αποκλειστικά νεανική, όχι απαραίτητα χαρωπή. Στην παραλία εκείνη του Λυβικού η νύχτα  κυλούσε δροσερή και μαγική.
 Στα πρόσωπα η έξαψη του Αυγούστου. Το καλοκαίρι ετοιμάζεται να φύγει αλλά πάλι ….διστάζει. Το σώμα του είναι ξαπλωμένο νωχελικά λίγο πιο πέρα με τις πατούσες να τις γλύφει το κύμα. Όλοι θέλαμε να ρουφήξουμε τις τελευταίες ματιές του έτσι όπως μας τις σερβίρει στο φεύγα του ο Αύγουστος. Η αιώνια λιακάδα του ελληνικού μυαλού. Η αιώνια αφοσίωση στο ελληνικό φως.
 Η σελήνη τώρα καλύπτει με λειωμένο ασήμι τη θάλασσα, καθώς και τους πόνους και τα βάσανα των ανθρώπων. Ο άνεμος αναρριπίζει τη θάλασσα του Λυβικού κι εκείνη μετακυλεί την αγαλλίασή Της στα ψάρια, στους γλάρους και στους τυχερούς θνητούς εδώ σε τούτη την ακτή του Λυβικού που σχεδόν μαντεύεις τα δελφίνια που κολυμπούν λίγα μέτρα πιο πέρα.
-Βουλιάζομε αργά και σταθερά.... σχεδόν ερωτικά. Παρακολουθούμε με φρίκη τον αργό θάνατο της μεσαίας τάξης. Βουλιάζομε χωρίς απότομες διακυμάνσεις, όλοι μαζί, με ψυχραιμία, ατάραχοι, παρατήρησε ο Θωμάς αφού κανένας άλλος δεν μιλούσε.
-O δρόμος για τον Παράδεισο είναι μακρύς. Πιο μακρύς απ' ότι είχαμε ποτέ φανταστεί, είπα κι εγώ, κι έμοιαζαν τα λόγια μου με χρησμό της Πυθίας.
 Δεν μ’ ενδιαφέρει τι λένε οι αγορές και οι οίκοι αξιολόγησης. Δεν μ’ ενδιαφέρει τι λένε οι μάνατζερς και οι διαχειριστές κεφαλαίων. Εγώ λέω ότι χρειαζόμαστε μία ευρύτερη πολιτική πολιτισμού που πέρα από την αδιαμφισβήτητη διαχείριση της πολιτισμικής κληρονομιάς μας, θα συμβάλει στο σήμερα της πολιτισμικής ταυτότητάς μας, στο κτίσιμο μιας σύγχρονης κουλτούρας και θα έχει ως αφετηρία την παιδεία.
 Μια παιδεία που δεν θα κυνηγά μόνο τις επιδόσεις για να κάνει τους νέους μας ανταγωνιστικούς σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, αλλά θα διαχέει μια ευρύτερη αξιακή κουλτούρα σε όλο και πιο πολλούς, με όλο και περισσότερα περιεχόμενα και μέσα.  Μια παιδεία που δεν θα παρέχεται μόνο από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, αλλά από τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, τον οιοδήποτε διαμορφωτή της κοινής γνώμης, από τον πολιτικό και τον κριτικό αναλυτή μέχρι τα νέα κοινωνικά κινήματα και τους μη κυβερνητικούς οργανισμούς.
Σώπασα.  Μια ξαφνική ριπή του ανέμου έκανε τη θάλασσα – κι εμάς μαζί να ριγήσομε και να προσγειωθούμε στην Ελληνική πραγματικότητα. Σίγουρα τα πράγματα σ’ αυτή τη χώρα δεν ήσαν ποτέ απλά!
 Η σελήνη, εκείνη τη στιγμή πήρε ν’ ανατέλλει στον ορίζοντα παθιασμένη,  φλεγόμενη.
-Ας είμαστε προσγειωμένοι στην πραγματικότητα. Η ωραιοποίηση και η ονειροπόληση είναι τα αιώνια μειονεκτήματα της φυλής, της φύσης του Έλληνα. Παράδειμα: Τι θα γίνει με τα «λαμόγια»; Βρίθει από αυτό το είδος η επικράτεια!
-Η λέξη "λαμόγιο" δε νομίζω να έχει ισοδύναμο σε καμμία γλώσσα του κόσμου, είπε ο Γιώργος.  Εκφράζει αυτόν που τα καταφέρνει να επιπλεύσει με πλάγια μέσα και την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια.
-Εμείς όμως επιβάλλεται να ξαναγυρίζουμε συνεχώς στο «άνω θρώσκω» του ανθρώπου. Μακρύ, καυτό το καλοκαίρι κι όμως φεύγει. Και μαζί του φεύγει η ίδια η  ζωή – που δεν θα ζήσουμ’ άλλη.  

Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ


 Κάθομαι και ρεμβάζω μ’ ένα μπουκάλι κρασί. Όχι απαραίτητα ακριβό, όχι απαραίτητα cabernet. Το κρασί μπορεί να είναι απλό κρητικό παραδοσιακό λιάτικο ή αβιδιανό, κοτσιφάλι, βηλάνα, θραψαθήρι, ή πλυτό, και όμως να σε «ταξιδεύει».
 Ότι ακριβώς με δίδαξε ο Θωμάς: «Οίνος αρχή ονείρου» και «οίνος ευφραίνει καρδίαν».
 Με το αλκοόλ η σκέψη ολισθαίνει. Η συνείδηση αντιστέκεται αλλά η σκέψη σταθερά και επίμονα ολισθαίνει. Το οινόπνευμα καίει αργά τον οισοφάγο,  τα σπλάχνα, ύστερα καταλαμβάνει κάθε κενό χώρο στο σώμα και βέβαια, πρώτα απ’ όλα τον εγκέφαλο. Τα μέλη βαραίνουν, τα βλέφαρα κλείνουν, η μνήμη ανακαλεί.
 Νύχτα Αυγούστου, νύχτα πανσέληνος δηλαδή περίπου θεική νύχτα.
 Η σελήνη καλύπτει με λειωμένο ασήμι την πολιτεία, τους δρόμους, τους πόνους και τα βάσανα τ’ανθρώπινα, τυλίγοντας τα πάντα σε μια αχλή παραμυθιού, κάνοντας όλα να φαίνονται όμορφα, χωρίς πολέμους, χωρίς οικονομικές κρίσεις, χωρίς τη βουβή απελπισία των πεινασμένων ανθρώπων. Σ’ ένα περίπου τέτοιο σκηνικό αρχίζει το ταξίδι μέσα στο παντοδύναμο κράτος των ονείρων!
  Τι σημαίνει «ονειροπόλος»; Έχετε ποτέ αναλογιστεί; Είναι ο άνθρωπος ο οποίος, όπου βρεθεί, χωρίς να χρειάζεται καν να κλείσει τα μάτια, μπορεί να ονειρεύεται. Φτάνει μια στιγμή ν' αγναντέψει τη θάλασσα καθισμένος στο βράχο και αυτόματα έχει ξεκινήσει για τα μακρινότερα ταξίδια στα πιο φανταστικά μέρη της γης.
 Κοιτάζοντας μια έναστρη νύχτα τον ουρανό – μια νύχτα Αυγούστου μάλιστα - περνάει διαδοχικά απ' όλα τ' αστέρια, και χώνεται βαθιά μέσα στα μυστικά τους. Αν μάλιστα βλέπεις και βροχή τα πεφταστέρια – όπως χθες – ακόμη καλύτερα.
 Μέσα σ’ ένα ονειρικό διαστημόπλοιο ανακαλύπτεις ανεξερεύνητους πολιτισμούς, ταξιδεύεις στο παρελθόν για να συναντήσει τους φίλους τους παλιούς, και ύστερα προσγειώνεται απαλά στη γη όπου βέβαια σε περιμένει της γης το μεγαλύτερο αγαθό, η ανθρώπινη ζεστασιά και η ανθρώπινη παρουσία.
 Μόνο ένας τέτοιος ονειροπόλος, σαν εσένα, μπορεί να ζήσει μιαν υπέροχη και παραμυθένια ζωή αφού η εκτός ονείρου πραγματικότητα είναι σκληρότατη πάντα. Ο ονειροπόλος λοιπόν θα κλείσει την εφημερίδα, θα αγνοήσει τα στημένα και φλύαρα δελτία ειδήσεων στα κανάλια και θ’ αρχίσει να ονειροπολεί.
  Διαφωνώ λοιπόν με όσους επιμένουν πως η ανάκληση ονειρικών καταστάσεων  αποτελεί ευθυνοφοβία και φυγή από την πραγματικότητα. Αντίθετα, είναι δικλείδα ασφαλείας, είναι φίλτρο ανακούφισης από το σφυροκόπημα της δύσβατης ζωής.   Προσέξτε όμως! Ο άνθρωπος από τη γέννησή του μέχρι τα βαθιά γεράματα, διαπράττει συνεχώς το ίδιο λάθος: Ελπίζει ότι κάπου, κάποτε, με κάποιον τρόπο, τα όνειρά του θα εκπληρωθούν. Αυτό το λάθος γίνεται η κυριότερη αιτία της δυστυχίας του. Γιατί συνήθως συμβαίνει το αντίθετο: Tα όνειρα διαλύονται, θρυμματίζονται κονιορτοποιούνται. Πως θα ήταν δυνατόν άλλωστε να εκπληρωθούν όλα τα πολυάριθμα όνειρα που πλάθει ένα τόσο τεράστιο πλήθος ανθρώπων μέσα στον έτσι κι αλλιώς πολύπλοκο σημερινό κόσμο; 
Αν αποφύγετε λοιπόν αυτό το μεγάλο λάθος και αν συνταχθείτε με τις στρατιές των ονειροπόλων πρόκειται να ζήσετε μιαν ονειρώδη ζωή.
  Άρα, σας προτρέπω, αντί να καταδικάζετε τους ονειροπόλους να προσχωρήσετε στις τάξεις τους!
  Όσοι πιστοί προσέλθετε. Όσοι δεκτικοί, όσοι ανυπόταχτοι, όσοι αδιόρθωτοι, όσοι πείσμονες, όσοι μοναχικοί.
  Αν ρωτάτε για την αφεντιά μου, διαθέτω μια πλουσιότατη συλλογή ονείρων. Όνειρα παιδικά, εφηβικά, νεανικά αλλά και όνειρα της πρώιμης και απώτερης ωριμότητας. Τα όνειρά μου τα έχω προσεκτικά τοποθετημένα σε ράφια γυάλινα εξ’ ίσου εύθραυστα κι αυτά και σε απόλυτη χρονολογική σειρά σε αντιστοιχία με τους μήνες, τα χρόνια τις δεκαετίες.
 Μέσα σε διαφανή γυάλινα κουτιά βρίσκονται οι μορφές και τα λόγια των παλιών φίλων σε περιτύλιγμα ονειρώδες, πανάκριβο.
 Σε ξεχωριστή θέση είναι τοποθετημένες οι ουτοπίες και τα οράματα ενώ όλα επικαλύπτονται από λεπτό στρώμα σκόνης. Είναι η σκόνη του χρόνου.
 Κάθε που βρίσκω καιρό, ιδίως τις έναστρες φεγγαρόφωτες νύχτες κάθομαι και τα καμαρώνω, τα ξεσκονίζω, τα αναπλάθω, τα ανακαλώ. Ακόμη και της νύχτες τις βροχερές τα όνειρα είναι για μένα μια ακριβή παρέα, ένα ταξίδι αέναο με φτερά αγγέλων. Μια βόλτα στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου, μια περιπλάνηση στην ακριβή πρώτη νεότητα, μια γεύση και μια αίσθηση συμπαντική, γεμάτη γιασεμιά και τραγούδια.  

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΡΩΙ

Εκείνο το πρωί ξύπνησε μετά από έναν ανήσυχο, ταραγμένο και διακοπτόμενο ύπνο. Δεν ήταν και τόσο σπάνιο γι αυτόν να περνά τέτοιες ανήσυχες νύχτες. Ασφαλώς έφταιγε η βαθειά, αόριστη ανησυχία που ένοιωθε μέσα του τους τελευταίους μήνες. Η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα, συναισθήματα τόσο οικεία πια σ’ όλους τους έλληνες, του τσάκιζαν το ηθικό.
 Έπινε καφέ με αργές ρουφηξιές, βαθιά συλλογισμένος. 
«Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ, και μυρσίνη εσύ δοξαστική, μη παρακαλώ σας, μη λησμονάτε τη χώρα μου». Κούνησε το χέρι μπροστά στο πρόσωπο, σαν να ήθελε να διώξει τις κακές σκέψεις.
Ζεστός ο Αύγουστος, ο αέρας ζεστός, πνιγηρός, κορεσμένος. Προσπαθούσε να βρει λέξεις να οχυρωθεί. Οι λέξεις φτιάχνουν άλλωστε τα καλύτερα αναχώματα. Οι λέξεις σώζουν. Προσπαθούσε να κρατηθεί από πάνω τους, έμπηγε βαθιά τα νύχια του μέσα τους. Οι λέξεις είναι σήματα, όπως τα σήματα μορς. Όσοι τα πιάνουν με τις κεραίες τους, έχει καλώς. Οι άλλοι….ας τους, παράτα τους. Η μοίρα των εντόμων είναι να λιώνουν στα χέρια που τα συνθλίβουν ή για να το πω αλλιώς, στη ζωή δε μπορείς να έχεις πάντα αυτό που θέλεις. Kι ούτε καν αυτό, για το οποίο αγωνίστηκες μέχρι το τέλος.
 Πίστευε στις λέξεις με εκείνη την πίστη που λέει ότι μέσα στην έρημο υπάρχει ένα δροσερό ποτάμι που περιμένει να σε δεχτεί. Πίστευε στους νηφάλιους, στους ψύχραιμους, εκείνους που ξέρουν τι ακριβώς σημαίνει ο όρος «λέξη».
 Τα χέρια του ήταν παγωμένα. Κάτι του συνέβαινε χωρίς να ξέρει ακριβώς τι.  Μονολογούσε:  «Κρυώνω αλλά μη νομίσετε πως είμαι μόνος στον κόσμο! Έχω πολλούς πατέρες κι έχω πολλές μητέρες, κι έχω πολλές αδερφές κι έχω πολλούς αδερφούς. Οι αδελφοί μου είναι μαύροι,  οι μητέρες μου κίτρινες, κι οι αδελφές μου λευκές. Κι είμαι πάνω από δέκα χιλιάδων χρόνων, και τ' όνομά μου είναι Άνθρωπος. Ζω απ' τον αέρα και ζω απ' το ψωμί, και ζω απ' το φως και ζω απ' την αγάπη».
  -Τους πολιτικούς δεν τους πιστεύω πια, δεν πρόκειται ξανά ποτέ να τους πιστέψω. Έχω όμως χιλιάδες φίλους σ’ όλη τη γη. Τα βιβλία είναι κι αυτά φίλοι μου. Έχω εκατομμύρια γνωστούς και γείτονες, οι γείτονές μου είναι οι λέξεις. Μου λένε καλημέρα το πρωί και με καληνυχτίζουν το βραδάκι. Όταν η βροχή σταματά, κατηφορίζομε στην παραλία, εκεί στις αμμουδιές του Ομήρου. Δεν πάμε για καφέ, πάμε για παιχνίδι με τον ουρανό, με τα κύματα και με τις λέξεις.
- Άγχος, άγχομαι. Δεν με φοβίζουν οι ίδιοι οι Έλληνες, ούτε η μοίρα τους, τα χούγια τους τα κακά με φοβίζουν. Με φοβίζει που μια ζωή σ’ αυτή τη χώρα μιλούνε οι σοφοί και αποφασίζουν οι άσχετοι.
  -Μην χορεύεις τόσο γρήγορα. Η ζωή είναι μικρή. Η μουσική δεν κρατάει για πάντα. Η μουσική είναι αυταπάτη. Η σιωπή είναι η αλήθεια η πιο μεγάλη της ζωής. Καλύτερα να μη βιαστείς να φτάσεις. Το Θαύμα είναι το ταξίδι στην Ιθάκη, με τα πολλά μυρωδικά, τα ντέφια, τα τραγούδια.
  Δεν σε καλοθυμούμαι πια, δεν ξέρω, τι μ’ έσπρωξε να ρθω  να σου μιλήσω, να σε κλείσω μέσα στην καρδιά μου, όπως έκλεισα τη φράση  «χαίρε ω χαίρε ελευθεριά».  Φασκομηλιά και ματζουράνα, λουίζα και βασιλικό, μαζεύουνε στα όρη οι αδελφές μου, τα μάτια δε λένε να σκολάσουν απ’ τ’ αναφιλητό.   
  Mη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Περπατήστε αργά, ανάμεσα στα πεύκα, ανάμεσα σε αρχαίες πέτρες και θα δείτε. Μπαίνεις αργά στην ιερότητα, δεν το καταλαβαίνεις. Μπαίνει αργά  στο τραγικό, στο μαγικό, στο μέγα πάθος. Μακάριοι όσοι εργάζονται με μεράκι –στο γραφείο ή στην οικοδομή, δεν έχει σημασία αρκεί να υπάρχει μεράκι - και φέρνουν στο φως σμαράγδια, ρουμπίνια και διαμάντια.  
  Άγχος, άγχομαι. Ψάχνω καθημερινά. Πιστεύω στη μεγάλη δύναμη της φαντασίας, που μπορεί ακόμη και στην κόλαση να βλέπει έναν παράδεισο.
  Άγχος, άγχομαι. Μιλώ με κώδικες, με ρητορείες. Δύσκολα με καταλαβαίνεις πια. Συχώρεσέ με, δεν είμαι αυτός που νομίζεις. Είμαι ένας τυφλός που βλέπει μόνο με την καρδιά. Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά, την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια.
  Θυμούμαι τα παιδικά μου χρόνια. Τότε που η οδός Αρκαδίου είχε λίγα αυτοκίνητα, πολλές μητέρες, πολλά παιδιά. Η Αρκαδίου, η Τσουδερών, η Εθνικής Αντιστάσεως, η ψυχικής Αντιστάσεως.
«Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα, κάτω απ' τους ίσκιους των σπιτιών». Καθόμουν στο μπαλκόνι και προσπαθούσα να μαντέψω το μέλλον, τα μελλούμενα, τα μέλλοντα.    Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια.
 Ξαφνικά βρέθηκα σ’ έναν ανισόπεδο κόμβο. Έτρεχα ώρα πολλή δίπλα σ’ αυτοκίνητα, λαχανιάζοντας ανώφελα. Όσο κι αν τρέχεις μην ελπίζεις. Τη ζωή δεν μπορείς να την προφτάσεις. Εκεί που νομίζεις πως τα κατάφερες εκείνη πάντα προσπερνά.
-H γενιά αυτή των Ρεθεμνιωτών θα πρέπει να απολογηθεί στις επόμενες. Όχι τόσο για τα λάθη της, όσο για την αποτρόπαιη σιωπή των  καλοπροαίρετων πολιτών της.