Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ



 Μπήκα  σήμερα στο μανάβικο της γειτονιάς μου και είπα:
-Καλημέρα σας. 2 κιλά αισιοδοξία και 1 κιλό ελπίδα θα ήθελα. Τα γέλια του μαγαζάτορα τ’ άκουσε όλη η γειτονιά.   
 Το  ίδιο κάνει σήμερα ο περισσότερος κόσμος: Λέει αστεία!
Αστεία κάθε λογής διότι ο Έλληνας φίλε μου γουστάρει πάνω απ’ όλα να δείχνει ψύχραιμος και να είναι cool. Να τον βλέπουν οι άλλοι και να λένε «κοίτα το θηρίο, αυτός δεν καταλαβαίνει από κρίση, αυτός είναι μεγάλος…» Μα μόλις φτάσει στο σπίτι του και κλείσει πίσω του την πόρτα η όψη συννεφιάζει και συνοφρυώνεται. Αυτά που συμβαίνουν δεν είναι αστεία αλλά –αντίθετα – πολύ σοβαρά.  Βυθίζεται σε μια βουβή απελπισία. Δεν είναι μόνο η κυβέρνηση που ακολουθεί ακραία φορομπηχτική πολιτική Ο Δήμος επίσης ανάλγητος. Οι πολίτες ψάχνουν καταφύγιο αλλά που;
 -Θωμά, που είσαι; Που βρίσκεσαι λουφαγμένος; Νομίζεις πως έτσι θα σωθείς;
 -Πώς επιτρέψαμε τελικά να μας οδηγήσουν σε μια "βουβή" απελπισία; Πώς γίναμε τελικά πιόνια στην σκακιέρα; «Ανεπαισθήτως μας έκλεισαν από τον κόσμον έξω». Γιατί τους αφήσαμε;    Ο Θωμάς κούνησε το κεφάλι του σκεφτικός.  Είχε κρεμάσει στον τοίχο ένα χάρτη της Αργεντινής και μας τον έδειχνε με νόημα.
 -Τι υπονοείς;
 -Ο κόσμος έχει μείνει εμβρόντητος. Σκληρά και βίαια τα νέα μέτρα που αποφάσισε η κυβέρνηση.. Περικοπές συντάξεων, εργασιακή εφεδρεία για χιλιάδες υπαλλήλους, εισφορές και άλλα πολλά….
 -Το κουπί στη χρεοκοπημένη γαλέρα βαρύ, το μαρτυρικό ταξίδι στον ωκεανό του μνημονίου ατέλειωτο και το ζόρι του κόσμου μεγάλο. Και μη σας μπερδεύουν κάποια καλοκαιρινά δρώμενα στη Μύκονο, από κάποιους που δεν μας ενδιαφέρουν, ούτε κι εκείνοι άλλωστε ενδιαφέρονται για μας.
  Πολλά ακόμη είχε στο μυαλό του ο Θωμάς. Ήταν οι φθινοπωρινές ψιχάλες που έριχνε ο ουρανός.  Ήταν και οι στίχοι του Γκάτσου που κάποια κοπελιά σιγοτραγουδούσε σιδερώνοντας ασπρόρουχα.   
  Δεν μπορούσα ν’ αντέξω άλλο τη θλίψη και την κατάθλιψη της ομήγυρης στο συννεφιασμένο απόβραδο και βγήκα στον παραλιακό.  Η αλμύρα της θάλασσας μου έκανε καλό. Μάντευα την πορεία ενός μυστηριακού δέλφινα λίγα μέτρα πιο βαθιά. Ακουμπούσα νοερά τα δάχτυλά μου στο στιλπνό του δέρμα και ένα ρίγος ανεβοκατέβαινε στη ραχοκοκκάλιά μου.  Ήχοι μυστικοί του φθινοπώρου και ρωγμές που άφησε ο χρόνος στην ψυχή μου με πολιορκούσαν σαν παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες που σε καταδυναστεύουν και σε κάνουν υποχείριό τους, σκλάβο τους.
 Ο Θωμάς κρατούσε ένα ηλεκτρονικό του τσιγάρο και το κάπνιζε.
-Νέα μόδα. Είναι πιο οικονομικό. Δεν διαθέτω πια περίσια χρήματα για ν’ αγοράζω τσιγάρα απ’ το πρίπτερο, τόλμησε να αρθρώσει.
Ύστερα  συνέχισε, τονίζοντας τα λόγια του αργά, ένα προς ένα:
«Τα πράγματα είναι δύσκολα. Τα σημάδια που θα μας κάνουν να ανησυχήσουμε είναι:
Ωχρό, ψυχρό και γλοιώδες δέρμα.
Γρήγορος και αδύνατος σφυγμός.
Ανησυχία, φόβος, ελαφρύς πονοκέφαλος και νοητική σύγχυση Πρέπει να πηγαίνω».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου