Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

ΑΡΧΕΙΟ Νο 1


ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ

  Προτείνω να ασχοληθούμε με κάτι ποιητικό. Με το φεγγάρι του Γενάρη. 
  Αξίζει ν’ αγαπά κανείς το Γενάρη, έστω για τις λαμπερές, φωτόλουστες, ξάστερες νύχτες του. Ίσως δεν είναι και πολλές οι ξάστερες νύχτες αυτό το μήνα, αλλά όταν τυχαίνουν…Τότε βγείτε γρήγορα στο μπαλκόνι σας και θαυμάστε! Η νύχτα γίνεται μέρα. Η Σελήνη η νυκτίδρομος, η φωτοφόρα, η παντεπόπτρια, η φιλάγρυπνη,  εκπέμπει ένα φως τόσο έντονο όσο σε καμιά άλλη χρονική περίοδο. Ένα φως παθοκτόνο, που λούζει και επικαλύπτει τις επιφάνειες, ταράτσες, δρόμους, πλατείες, κίονες, αγάλματα, αρχαία θέατρα, ναούς.
   Βγείτε και θαυμάστε ένα διαφορετικό φως. Το όνομα της Σελήνης δηλώνει το σέλας, το φως. Όχι το άπλετο φως του πρωινού, αλλά τον ηδύ, διάφανο φωτισμό της νύχτας, της νύχτας του Γενάρη προπάντων.
   «Α, οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού…», έγραφε ο Κωνσταντίνος Καβάφης, βλέποντας αυτό το φως μέσα απ’ το παράθυρο του σπιτιού του στην Αλεξάνδρεια.
  Ας μην ψάχνομε την επιστημονική ερμηνεία του φαινομένου. Άλλωστε αυτό το φως, αντιδρά σε κάθε περιγραφή, απλά υπάρχει. Αρκεί να προσπαθήσομε να το δούμε όπως το είδε η Σαπφώ από μια παραλία της Λέσβου. Η διαχρονική αυτή ποιήτρια απλά έλεγε τη Σελήνη «Σελάνα»! Ελάχιστη διαφορά, για τα χιλιάδες χρόνια που έχουν περάσει από τότε. Σχεδόν απαράλλαχτη έφθασε η λέξη σ’ εμάς. Το ίδιο ατόφιος έφθασε ως εμάς και ο αρχαιοελληνικός μύθος του Ενδυμίωνα.
  Ο Ενδυμίων ήταν, λέει, ένας νέος  πολύ όμορφος. Μία σκιά σκοτείνιαζε πάντοτε το ευγενικό του βλέμμα, σαν να είχε γεννηθεί με το σημάδι της Σελήνης το οποίο προμηνούσε το μεγάλο έρωτα που θα καθόριζε τη ζωή  του. Η Σελήνη τον είδε μία νύχτα να ονειροπολεί σε έναν δρυμό της Ηλείας. Πιθανότατα, ήταν Γενάρης. Τον ερωτεύθηκε με όλο το νυχτερινό της πάθος, και επιθυμώντας να τον κρατήσει παντοτινά δικό της, του χάρισε τον αιώνιο ύπνο και την αιώνια νεότητα. Ο Ενδυμίων κοιμάται έκτοτε μέσα σε ένα σπήλαιο αλλά κάθε νύκτα η Θεά Σελήνη στέλνει τις αχτίδες της να τον ξυπνήσουν και ενώνεται κατόπιν μαζί του σε μία πράξη ερωτική που ούτε οι ποιητές καιρών αλλοτινών δεν άντεξαν ποτέ να περιγράψουν. Ο συμβολισμός του μύθου παραπέμπει στη ρομαντική αγάπη και στους ονειροπόλους ανθρώπους, αυτούς που αρέσκονται να ονειρεύονται και να μελαγχολούν στο σεληνόφως κοιτάζοντας τη μακρόπεπλη, ελικόδρομη, μυστηριώδη Σελήνη που μοιάζει να περισυλλέγει εντός της όλους τους απολεσθέντες έρωτες, όλους τους ανεκπλήρωτους πόθους αυτού του κόσμου…




       ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

                                          

  Συμπεριφερόμαστε στους ηλικιωμένους σαν να είναι η "ντροπή" μας:   Σα να πρόκειται για ένα ανεπιθύμητο τρομακτικό κόσμο με μασέλες, ακουστικά βαρηκοΐας, διαβήτη, υψηλή πίεση,αρτηριοσκλήρωση… ­ Η προκατάληψη αυτή κατά του γήρατος φαίνεται ότι οφείλεται σε μια λανθάνουσα απέχθεια των νέων για τη φυσική φθορά. Μπορούμε να καταλάβομε καλύτερα την ψυχολογία του ηλικιωμένου ανθρώπου αν τον φανταστούμε μπερδεμένο, τυλιγμένο σφιχτά στα δίχτυα του χρόνου.
  - Είναι απαραίτητο να καταλάβομε την ψυχολογία του; Θα ρωτήσετε. Ναι, είναι απαραίτητο, απαντώ. Με δεδομένη την αδιάφορη έως περιφρονητική στάση που τηρούν οι νεώτεροι απέναντι στους γεροντότερους, θα πρέπει κάποιοι από εμάς να προσπαθήσομε να κατανοήσομε τους δεύτερους, να φτάσομε στα κατάβαθα της ψυχής τους,  υπερασπιζόμενοι έτσι τον ταλαίπωρο πολιτισμό μας. Τι άλλο θα πρότεινε κάποιος δηλαδή; Μήπως έναν Καιάδα;
  Αν εξαιρέσουμε τη ληξιαρχική ημερομηνία γέννησης ενός ανθρώπου, η πραγματική του ηλικία είναι κάτι που δεν προσδιορίζεται εύκολα. Όσο κρατιέται ζωντανός, δραστήριος, με ενδιαφέρον και ενδιαφέροντα για τη ζωή και τον διπλανό του, παραμένει μέσα του νέος. Όταν συνομιλούμε με το βαθύτερο εαυτό μας, νοιώθομε πως συνομιλούμε με ένα νέο σφριγηλό και ασυγκράτητο. Ένα κρυμμένο κομμάτι εφηβείας μέσα μας, μάς κρατά συνδεδεμένους με το σφριγηλό κομμάτι της ζωής.
  Ο ηλικιωμένος άνθρωπος εκπροσωπεί την ύστατη φάση της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο γεροντικός εγκέφαλος υποδηλώνει το απώτατο στάδιο της γνώσης. Στο γεροντικό σώμα μοιάζει να εγκαθίσταται και να βαραίνει καταθλιπτικά ο χρόνος του κόσμου, αποτυπώνοντας πάνω σ' αυτό την ηγεμονία του. Γιατί, τι άλλο είναι οι ρυτίδες παρά τα αποτυπώματα του χρόνου του δυνάστη;
  Αν ρωτήσουν έναν ηλικιωμένο:«Ποιο είναι το χειρότερο πράγμα για έναν ηλικιωμένο;». Εκείνος θα απαντήσει: «Το να θυμάσαι ότι υπήρξες νέος»!
  Το γεροντικό σώμα καταφέρνει να γίνει φορέας μνήμης, να είναι το ζωντανό όχημα άψυχων εικόνων, να επιβάλει μια παλαιότητα στο απόγειό της. Ο  ηλικιωμένος άνθρωπος είναι ο βασιλιάς του παρελθόντος του, ο νικητής της ζωής. Ταυτίζεται σε υπερβολικό βαθμό, με βιώματα, εμπειρίες, ψυχισμό.
  Ο βιωμένος χρόνος ανακαλείται από τον ηλικιωμένο όχι μόνο σαν στιγμιαία ανάμνηση, αλλά σαν δομή με διάρκεια. Το γέρικο σώμα, παγιδευμένο μέσα στα δίχτυα του χρόνου, εκτεθειμένο στην καταστροφή και την ανάλωση, θα έπρεπε από μόνο του να εξυψωθεί, να μπει σε βάθρο, να ανακηρυχθεί ωραίο ερείπιο.
  Η προσωρινότητα κάθε ομορφιάς, η ομορφιά της σάρκας και της νεότητας καθώς φθείρονται και παρέρχονται, υπήρξαν ένα σταθερό μοτίβο στη ζωγραφική και μάλιστα σε εκείνη του μπαρόκ. Το ίδιο εξάλλου και στην ποίηση.  Το θέμα του εφήμερου επανέκαμπτε συχνά και πότιζε σε βάθος τη λυρική ποίηση με μια τρομακτική αίσθηση της ματαιότητας. Προέχει θα έλεγε κανείς το γέρικο σώμα με την ιδιάζουσα σωματικότητα και φωνητικότητά του, ένα αδυσώπητο παρουσιαστικό που ενσαρκώνει τον βιωματικό χρόνο.
  Προς θεού, μην ξεγράφετε τους ηλικιωμένους. Όχι μόνο είναι ικανοί για πράγματα που δεν μπορούν να κάνουν οι νέοι, αλλά σε λίγα χρόνια θα είναι η κυρίαρχη δύναμη στον πλανήτη! Η σύγκρουση των γενεών προμηνύεται σφοδρή, και η έκβασή της αβέβαιη.




                                    ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ
                                           
   Ο νεαρός άντρας μάζεψε τα χαρτιά του, έκλεισε με ανακούφιση τους φακέλους του  και μ’ ένα βαθύ «ουφ», βγήκε απ’ το γραφείο.
 -Καλό Σαββατοκύριακο, του ευχήθηκαν οι συνάδελφοι της υπηρεσίας του καθώς έβγαινε από την πόρτα. Ανταπέδωσε την ευχή και βγήκε στο δρόμο. Ουφ, επιτέλους.   Ο Λεωνίδας αγαπούσε τη δουλειά του, ήταν ευσυνείδητος υπάλληλος, μα ως εδώ. Το Σαββατοκύριακο ήταν το μεγάλο φωτεινό διάλειμμα της ζωής του. Μια αχτίδα φωτεινή, ένα ουράνιο τόξο. Ολόκληρη την εβδομάδα αυτό σκεφτόταν.
  Στο σπίτι τον περίμενε η μικρή του οικογένεια. Η Μαργαρίτα, η γυναίκα του, μια κοπέλα που ήξερε να χαμογελά, κι ο μικρός -δυο χρονών- γιος του.
  Ο Λεωνίδας ήταν ένας «υποψιασμένος» άνθρωπος με αρκετά ενδιαφέροντα. Του άρεσε το ποδόσφαιρο και ο κλασικός αθλητισμός (παλιός αθλητής ο ίδιος). Του άρεσε ο κινηματογράφος, διάβαζε και κανένα βιβλίο. Καθόλου δεν αδιαφορούσε για τα πολιτικά. Η ιδεολογική του τοποθέτηση ήταν κάπου μέσα στο «μεσαίο χώρο» με μια απόκλιση προς τα αριστερά. Πίστευε πως η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο είναι πέρα για πέρα άδικη και θα πρέπει να σταματήσει. Πίστευε πως στο σύστημα της ελεύθερης οικονομίας πρέπει να μπαίνουν κάποια όρια. Πίστευε στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά πίστευε επίσης πως αυτή έχει  πια …παραπαχύνει και πρέπει να τη βάλουν να αδυνατίσει λίγο. Είχε μπόλικα όνειρα κι ελπίδες, μα τι να το κάνεις… Δυσκολευόταν να τα φέρει βόλτα με τη μικρή του οικογένεια. Όλα ήταν δύσκολα. Τι να σου κάμει κι ο μισθός.
  Εκείνο το απόγευμα μετά το φαγητό ένοιωθε να νεύρα του τεντωμένα. Η ένταση έκανε τα δάχτυλα να παίζουν και τα χείλη να συσπώνται. Ξαφνικά πήρε την απόφαση:
 -Θα πάω για ψάρεμα!
  Αγαπούσε το ψάρεμα Τον βοηθούσε να χαλαρώσει, να συγκεντρωθεί, να σκεφθεί. Σε πολύ λίγο βρισκόταν κοντά στ’ αγαπημένα του βραχάκια με όλα τα σύνεργα, καλάμι και τα λοιπά. Δεν τον ένοιαζε καθόλου αν θα πιάσει ψάρια. Τον ένοιαζε το απέραντο γαλάζιο δίπλα και γύρω του. Μάντευε την ευτυχία των ψαριών που κολυμπούσαν στο βυθό και συμμετείχε σ’ αυτήν. Η αέναη κίνηση της επιφάνειας του νερού τον φόρτιζε με μιαν ανεξήγητη χαρά. Σ’ αυτή την επιφάνεια ισορροπούσαν τα συναισθήματα και η ζωή του. Εδώ μπορούσε να σκεφθεί. Να βάλλει σε τάξη τις σκέψεις του. Όλα στον έξω κόσμο έτρεχαν τόσο γρήγορα που τον κούραζαν. Ούτε λαπ-τοπ ούτε εσ-εμ-ες ούτε τίποτα. Ήταν κάτι που δεν μπορούσε να το νοιώσει ούτε η Μαργαρίτα. Το απέραντο γαλάζιο ήταν η ανεκτίμητη περιουσία και το καταφύγιό του. Ένοιωθε τη φύση γύρω του σα μια μεγάλη μητέρα να του το προσφέρει απλόχερα. Ήξερε τι ακριβώς συνέβαινε. Ανήκε ολοκληρωτικά στη φύση, στην πλατιά θάλασσα.  Είχε σ’ αυτήν παραδοθεί και ένοιωθε μαζί της πλήρης. Πλήρεις, ευλογημένοι και τυχεροί είναι και όσοι μπορούν να κάνουν το ίδιο με το Λεωνίδα.





                  ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ’ ΑΣΤΡΑ

                                                     

  Από την πρώτη στιγμή που ο πρωτόγονος άνθρωπος σήκωσε το κεφάλι και περπάτησε όρθιος, αμέσως βύθισε τα μάτια του στο απέραντο γαλάζιο και ατένισε τον γεμάτο υποσχέσεις ουρανό. Έτσι ξεκίνησε η ερωτική  σχέση του ανθρώπου με το σύμπαν. Κι από τότε, κάθε φορά που ο άνθρωπος θα νοιώσει τρόμο και απελπισία μέσα στη μοναξιά του, αμέσως θα σηκώσει το βλέμμα ψηλά στον ουρανό ψάχνοντας για παρηγοριά. Τα μάτια του, διψασμένα θα ψάχνουν ολοένα στις ανέφελες νύχτες ν’ αναγνωρίσουν αστέρια, να μετρήσουν, να φανταστούν , να κάνουν τα πιο τρελά όνειρα για άλλους πολιτισμούς, για άλλα νοήμονα όντα.
  -Σκέψου για μια στιγμή Θωμά. Εκατό ως διακόσια δισεκατομμύρια άστρα έχει λέει ο γαλαξίας μας. Εκατό δισεκατομμύρια γαλαξίες περίπου έχει το σύμπαν. Μέσα σ’ αυτή την απεραντοσύνη και το χάος, ο κακόμοιρος ο ανθρώπινος εγκέφαλος προσπαθεί να καταλάβει, να συλλάβει, να προλάβει τα μεγέθη…. Αλλά πως, ο δύστυχος! Εύκολο είναι; 
  -Για μένα, υπάρχει κάτι άλλο ακόμη πιο σημαντικό, απάντησε ο Θωμάς. Σκέψου για μια στιγμή τι είσαι συ, τι είμαι εγώ, τόσο μικροί μέσα σ’ αυτό το ασύλληπτο και αδυσώπητο σύμπαν. Μια κουκίδα ελάχιστη μόνο είμαστε, μαζί με ολόκληρη την περιουσία μας, τις φωνές, τις γκρίνιες, τα πάθη και τα νάζια μας.
  -Φαντάσου τώρα εσύ, του λέω, πως είσαι κάπου στην Ελλάδα του έτους 150 π.Χ. Ένα παιδί κάθεται κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό και  μετράει τ’ άστρα. Το λένε Ίππαρχο, και μέλλει να εξελιχθεί σ’ ένα εκπληκτικό αστρονόμο σε παγκόσμια κλίμακα. Ο Ίππαρχος ο Νικαεύς λοιπόν θα μετρήσει την απόσταση από τη Γη στη Σελήνη, θα συντάξει έναν πίνακα 1022 αστέρων, ορατών από την Αλεξάνδρεια, θα τα κατατάξει σε 49 αστερισμούς και θα υπολογίσει τη διάρκεια του έτους καθώς και του σεληνιακού μήνα με ακρίβεια εκπληκτική!  
  -Φαντάσου τώρα κι εσύ με τη σειρά σου ένα άλλο παιδί, τον Αρίσταρχο σε μια ακρογιαλιά της Σάμου, να θαυμάζει τον ουρανό, να μετρά κι εκείνο άστρα,είπε με έξαψη ο Θωμάς. Όταν θα μεγαλώσει,  γύρω στα 250 π.Χ. θα γράψει το έργο "Περί των Αποστάσεων και Μεγεθών Ήλιου και Σελήνης". "Αρίσταρχος ο Σάμιος υποτίθεται τα μεν απλανέα των άστρων και τον ήλιον μένειν ακίνητα, τα δε γαν περιφέρεσθαι περί τον ήλιον κατά κύκλου περιφέρειαν".
  -Εσύ Θωμά, συνηθίζεις να παρατηρείς τον ουρανό τα βράδια;
  -Ναι, κι έτσι ταξιδεύω μαζί με τους ελληνικούς μύθους για τον ουρανό και τα αστέρια. Η Σελήνη ας πούμε, η κόρη του Υπερίωνα, που πήγαινε να βρει κάθε βράδυ τον αγαπημένο της Ενδυμίωνα, στις πλαγιές του βουνού Λάτμου, κοντά στη Μίλητο της Μ. Ασίας. Στο τέλος της νύχτας έτρεχε να κρυφτεί στα νερά του Ωκεανού. Άλλοτε πάλι θαρρώ πως βλέπω στην κορυφή του ουρανού την Ουρανία, τη μούσα της Αστρονομίας να ταξιδεύει. Με μαγεύουν τα υπερφυσικά ονόματα των αστερισμών. Ο Περσέας, η Ανδρομέδα, ο Κηφέας, ο Σκορπιός, ο Δράκος. Μέσα σ’ αυτό το τεράστιο θέατρο, νοιώθω ασήμαντος ηθοποιός, διάττων αστέρας, ένα τίποτα, που κάποια νύχτα θα κάνει μια ευχή, θα πει «καληνύχτα» και θα χαθεί.



                            ΖΗΣΕ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ
                                          

  Ο άνθρωπος από τη γέννησή του μέχρι τα βαθιά γεράματα, διαπράττει συνεχώς το ίδιο λάθος. Ελπίζει ότι κάπου κάποτε κάποια στιγμή, θα εκπληρωθούν τα όνειρά του. Αυτό ακριβώς γίνεται η κυριότερη αιτία της δυστυχίας του. Γιατί συνήθως τα όνειρα διαλύονται, θρυμματίζονται κονιορτοποιούνται. Πως θα ήταν δυνατόν άραγε να εκπληρωθούν τόσα όνειρα τόσων ανθρώπων μέσα στον πολύπλοκο σημερινό κόσμο; 
  -Πάλι ονειρεύεσαι Θωμά; Ξαφνιάστηκε ο παιδικός μου φίλος καθώς τον ξύπνησα απ’ την ονειροπόλησή του.
  -Ονειρεύομαι, άρα υπάρχω, απάντησε ατάραχος ο Θωμάς.
  - Μαζί σου είμαι, τον διαβεβαίωσα. Τα όνειρα γεμίζουν ένα μεγάλο μέρος της ψυχικής μας ζωής. Το πρόβλημα είναι ότι σπανιότατα εκπληρώνονται. Τα περισσότερα γίνονται… καπνός. Είναι τόσο απλό να πλάθεις όνειρα αλλά τόσο δύσκολο να τα δεις να γίνονται πραγματικότητα.
   -Και ο δυστυχισμένος ο κάτοχος, ο εμπνευστής τους; Αυτός που γέννησε, έθρεψε και  γιγάντωσε τόσα όνειρα σα να ήταν παιδιά του, αυτός που έζησε μαζί τους τόσες ατελείωτες χειμωνιάτικες νύχτες;  Πως θα το αντέξει, τόσα όνειρα να γίνονται καπνός;
  -Απλά θα συμβιβαστεί Θωμά. Απλά θα ωριμάσει. Θα αντιληφθεί πως τελικά η ζωή είναι ένα άθροισμα ανεκπλήρωτων ονείρων και ανικανοποίητων πόθων που περνούν μπροστά του με μεγάλες ταχύτητες. Κάποιοι θα του συστήσουν να καταφύγει σ’ ένα καλό ψυχίατρο, να πάρει αντικαταθλιπτικά και λεξοτανίλ. Η έκφραση «προσγειώθηκε ανώμαλα» δεν βγήκε τυχαία, αφού για προσγείωση στη σκληρή πραγματικότητα πρόκειται. Προσγείωση στο παρόν, και στη συνειδητοποίηση πως το «αύριο» ουσιαστικά δεν υπάρχει. Ούτε ο καλύτερος γιατρός δεν πρόκειται να σου βεβαιώσει πως αύριο θα εξακολουθείς να βρίσκεσαι στη ζωή, όσο κι αν τον παρακαλέσεις, όσα κι αν τον πληρώσεις. Να, ρώτα και τον Καβάφη. Σ’ ένα -ελάχιστα γνωστό ποίημά του- γράφει.
  «Τη δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω, εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
  Πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω. Κεφάλαια μεγάλα αν έχει αμφιβάλλω
  Κι άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρίση, εξαφνικά τες πληρωμέςτης
                                                                                                         σταματήσει!» 
  -Φαίνεται πως αξία έχει μόνο αυτό καθ’ εαυτό τo όνειρο. Απλά και μόνο να ονειρεύεσαι. Να ζεις ένα όνειρο και να σου φτάνει. Να ζεις το όνειρο για το όνειρο. Να μην ενδιαφέρεσαι καθόλου για την πραγματοποίησή του!
  -Μα αυτό είναι δύσκολο. Δεν μπορεί να το πετύχει ο μέσος άνθρωπος. Ίσως μόνο ένας καλλιτέχνης, ένας ποιητής θα μπορούσε να αδιαφορεί για την πραγματικότητα.
  -Γίνε λοιπόν καλλιτέχνης, γίνε ποιητής, κάνε την υπέρβαση, ζήσε τ’ όνειρο, φώναξα με τρελό ενθουσιασμό. Ζήτω ο ουρανός, κάτω η κακομοιριά, κάτω η πεζότητα. Κάτω το χώμα και η μαυρίλα! Φτωχέ άνθρωπε μη φοβάσαι, κάνε όνειρα. Μετακόμισε στην οδό Ονείρων! Ζήσε την πραγματική ζωή, μέσα από τα όνειρα! Έλα Θωμά, πες μου εκείνη τη μαντινάδα….
                      - Να τρως να πίνεις να γλεντάς μα μήνας μπαίνει βγαίνει,
                        και μάθε, πως και μ’ όνειρα ο άνθρωπος χορταίνει…




                                              

                         ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΕΠΩΔΥΝΑ



    Είπε ο Μυρτίας, Σύρος σπουδαστής στην Αλεξάνδρεια:
  «Δυναμωμένος με θεωρία και μελέτη, εγώ τα πάθη μου δεν θα φοβούμαι σα δειλός. Θα είμαι πάντα και πεισματικά, ένας μοναχικός καβαλάρης. Ένας μελαγχολικός και μόνος καουμπόη. Ένας Λούκυ Λούκ. Γεννήθηκα αυτόνομος και τέτοιος θέλω να παραμείνω. Και η σκέψη μου, αυτόνομη κι αυτή. Δεν θα θεωρήσω τίποτα εξ αρχής σαν δεδομένο, θα τα εξετάζω όλα πρώτα εξονυχιστικά και ύστερα  θα τα υιοθετώ ή θα τ’ απορρίπτω.
  Γεννήθηκα πεισματάρης….και βάλε! Δεν παρασύρομαι, δεν υποχωρώ, δεν παρακαλώ, δεν παραχωρώ. Δεν μ’ αρέσει το χειροκρότημα. Ούτε το επιζητώ ούτε το προσφέρω μ’ ευκολία στην οποιανδήποτε μετριότητα. Δεν με συγκινούν η σεμνότητα και η ταπεινότητα έτσι όπως λανσάρονται σήμερα, με το κοστούμι και τη γραβάτα της υποκρισίας. Διότι, κύριοι, ποιος είναι εκείνος που θα καθορίσει τα όρια της σεμνότητας, ποιος θα ορίσει τι είναι σεμνό και τι δεν είναι; 
  Υποβαθμισμένα πτυχία. Τα πανεπιστήμια νοσούν, η παιδεία νοσεί, η υγεία νοσεί, η κοινωνία νοσεί, πάει τ’ αποφάσισα, θα γίνω γιατρός μήπως και καταφέρω κάτι απ’ όλα να γιατρέψω … «Μην περιμένετε από την πολιτική και από την επιστήμη τίποτε. Μη ματαιοπονείτε», μου είπε κάποιος και τον πίστεψα.
  Νοσεί κι η γλώσσα μου. Φωνάζω ελληνικά κι ούτε που μου αποκρίνεται κανένας! Προσέξτε πόσο εύκολα υιοθετήθηκε το ξενόφερτο – και κακόηχο – «τσουνάμι». Φαίνεται πως ο Ποσειδώνας με τη φοβερή του τρίαινα που μπορεί ν’ αναταράζει τη θάλασσα έχει πια ξεχαστεί από τους Έλληνες. Κάποιος που τον λένε κι αυτόν  Οδυσσέα σταυροκοπιέται: «Μονάχη έννοια  η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου». Στη γλώσσα την ελληνική θα βρεις όχι μόνο τις αδρές έννοιες αλλά και τις πιο λεπτές αποχρώσεις. Άλλο πράγμα είναι η επιθυμία κι άλλο η λαχτάρα. Άλλο η πίκρα κι άλλο το μαράζι. Λεπτομέρειες χωρίς σημασία, θα μου πεις φίλε. Δεν θα προσπαθήσω άλλο να σε πείσω».
  Είπε ο Μυρτίας, Σύρος σπουδαστής στην Αλεξάνδρεια:
  «Δυναμωμένος με θεωρία και μελέτη, εγώ τα πάθη μου δεν θα φοβούμαι σα δειλός. Θα απολαύσω ένα θεαματικό αγώνα ποδοσφαίρου αλλά το πάθος του ποδοσφαίρου δεν θ’ αφήσω να με κυριεύσει παντελώς, αφού άλλωστε γνωρίζω ότι τελικά πρόκειται για οικονομική υπόθεση. Θα παρακολουθήσω μια παράσταση, ακόμη κι ένα πρόγραμμα στην τηλεόραση, αλλά δεν θα εμπιστευθώ τη μόρφωσή μου στην τηλεόραση, με τα πρωινάδικα, τα κουτσομπολιά, τα διάφορα τηλεπαιχνίδια, τα σίριαλ, τα ριάλιτι. Δεν θα πω στο παιδί μου τα υποκριτικά και ανούσια:  «Μάθε, παιδί μου, γράμματα, για να προκόψεις στη ζωή», «φάε τη ζωή σου στα θρανία, για να πάρεις γνώσεις και πτυχία», αλλά τα ρεαλιστικά και ουσιώδη: «μπες, παιδί μου, στα κυκλώματα, κάνε γνωριμίες, γίνε ''διπλωμάτης'', για να ανέβεις με σιγουριά και να προκόψεις στη ζωή σου».
  Κατάκοπος και απογοητευμένος ο Μυρτίας έπεσε να κοιμηθεί τις πρωινές ώρες. «Ο Θεός θα μ’ ανταμείψει για τους κόπους μου και θα με δικαιώσει», μονολόγησε και βυθίστηκε στον ύπνο του δικαίου.



                              ΚΟΚΚΙΝΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ

  Είχε ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο μέρος της καρδιάς και δυο αποδημητικά αγριοπούλια  για μάτια, που όλο προσπαθούσαν να πετάξουν κατά το νοτιά κι όλο γυρίζανε πίσω. Ζούσε μια ζωή απλή και μοναχική και τον λέγανε Κοσμά. Νέος ευθυτενής, ίσαμε είκοσι οχτώ ετών ο Κοσμάς, στοχαστικός, λακωνικός και λιγόλογος. Του κόσμου όλου η απλότητα κι η ανθρωπιά είχανε χωρέσει στο βλέμμα και στο χαμόγελό του.
  Δεν είχε μόρφωση καμιά, μόνο αγαπούσε τα πουλιά. Τα πρωινά  κελαιδίσματα ήταν για τον Κοσμά ένας παγκόσμιος ήχος που  μπορούσε περίπου να μεταφραστεί κάπως έτσι : «υπάρχει ακόμη ελπίδα γι αυτή τη γη». Στο σπίτι του είχε μεγαλώσει με αρχές: Εργατικότητα, ανθρωπιά, δημοκρατία.
  Με τη γειτονοπούλα του την Ελπίδα, τα πήγαινε καλά. Της τηλεφωνούσε συχνά:
-Έλα. Θα βάλω ν’ ακούσομε τον καινούριο δίσκο της Σούλας. Θα σου διαβάσω κι ένα ωραίο κομμάτι απ’ τον Καζαντζάκη. Είχανε κι οι δυο αδυναμία στον Καζαντζάκη.
  -Το Σεφέρη δεν τονε πολυκαταλαβαίνω, μα ο Καζαντζάκης κρατεί την καρδιά μου αλυσοδεμένη, έλεγε η Ελπίδα.
  Ο Κοσμάς διάβαζε μεγαλόφωνα για ν’ ακούει κι κείνη: "Απλώνω το χέρι, φουχτώνω το μάνταλο της γης, ν' ανοίξω την πόρτα να φύγω, μα κοντοστέκομαι στο φωτεινό κατώφλι ακόμα λίγο. Δύσκολο πολύ να ξεκολλήσουν τα μάτια, τ' αυτιά, τα σπλάχνα από τις πέτρες και τα χόρτα του κόσμου»". Μεγάλες κουβέντες είναι τούτες του Καζαντζάκη, μονολογούσε, και το βλέμμα του στο κενό.
  Είχε ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο μέρος της καρδιάς και μικρές γαλανές ελπίδες στ’ ακροδάχτυλα. Αγαπούσε την πόλη του, αλλά πως;  Με μιαν αγάπη άδολη, χωρίς υπολογισμούς, συμφέροντα ή ανταλλάγματα. Δεν είχε (προς το παρόν) μολυνθεί απ’ το μικρόβιο της αρχομανίας. Δεν ονειρευόταν  να γίνει δήμαρχος, μήτε σύμβουλος μήτε μυστικοσύμβουλος (άδολη καρδιά, ένα κόκκινο γαρύφαλλο). Δεν ονειρευόταν να διορίσει το σόι του σε κάποιες υπηρεσίες. Ήθελε μόνο να βλέπει την πόλη του να προκόβει κι αυτό δεν ήταν πια καθόλου φανερό.
   -Όπου πάω κι ένα λάθος με τυραννά, όλη η ζωή μου ένα λάθος, εκμυστηρεύτηκε μια μέρα στην Ελπίδα. Ζω σε λάθος πόλη, ή σε λάθος εποχή. Βλέπω την πόλη μου, τη χώρα μου, να φθίνουν και να χτικιάζουν χωρίς να μπορώ να προσφέρω βοήθεια.  
  Άλλοτε πάλι, έχοντας ένα κλαδάκι ρίγανη στην άκρα των χειλιών, ο Κοσμάς διάβαζε στην Ελπίδα κάποιους απ’ τους 3205 στίχους  της «Ερωφίλης». Μαζί με την Ελπίδα, την Ελένη, τη Φωτεινή συζητούσαν για τον κόσμο που έρχεται, έχτιζαν το μέλλον με τα όνειρά τους.
  - Το μέλλον έρχεται κι εμείς; Τι κάνουμε εμείς; Πρέπει τα όνειρα να γίνουνε πράξη. Πρέπει να περάσομε από τη βιομηχανική εποχή στην καινούρια εποχή της πληροφορίας και της πρόσβασης. Πρέπει να βοηθήσομε τον άνεργο νέο και τον απόμαχο της ζωής, τον άπορο και τον ανήμπορο πολίτη.
  Είχε ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο μέρος της καρδιάς και τη βεβαιότητα της ματαιότητας στην έκφραση του προσώπου του. Μόλις είχε κλείσει την εφημερίδα. «Μάταια, όλα μάταια, αυτή η χώρα βρίσκεται στο κόκκινο. Κι όμως αυτή η χώρα πρέπει να πάει μπροστά, πρέπει να φύγει από τη νωθρότητα και την αυταπάτη….» σκέφτηκε φωναχτά και στάθηκε να δει το ηλιοβασίλεμα. Ένα κόκκινο γαρύφαλλο  πυρπολούσε τον ορίζοντα, κάνοντας άλλους να ονειρεύονται  κι άλλους απλά να ατενίζουν έκπληκτοι,  το θαύμα.




               ΜΑΝΤΙΝΑΔΑΣ  ΕΓΚΩΜΙΟΝ

                                                         
  - Μην επιχειρήσεις να γράψεις δικές σου μαντινάδες, αν δεν είσαι μύστης, αν δεν έχεις τη σφραγίδα της δωρεάς, αν δεν έχεις ζήσει στο χωριό ή στα όρη μας, αν δεν είσαι ζυμωμένος με την Κρήτη, αν οι στίχοι του Κορνάρου δε σου φέρνουν γλυκιά ανατριχίλα, αν δεν νοιώθεις τα φτερά της ποίησης να βαραίνουν στους ώμους σου. Όσο κι αν φαίνεται εύκολο, η μαντινάδα είναι δύσκολο είδος, είπε ο Θωμάς με ύφος ονειροπόλο.     
  Ε, λοιπόν ναι. Η μαντινάδα είναι ένα λουλούδι πανέμορφο που φυτρώνει κι ανθεί στην ψυχή του λαού της Κρήτης. Αν και η παλιά ανώνυμη μαντινάδα παραμένει το αληθινό κι αστραφτερό μας διαμάντι, είμαστε τυχεροί που ζούμε αυτό τον καιρό μιαν  άνθιση της ιδιαίτερης αυτής ποιητικής έκφρασης του τόπου μας. Δεν είναι σχήμα λόγου. Διαγωνισμοί, εκπομπές με τεράστια ακροαματικότητα, άρθρα, βιβλία, στήλες σε εφημερίδες και έντυπα,  ακόμη και συνέδριο για τη μαντινάδα (στο Πολυτεχνείο Κρήτης το 2002) υπογραμμίζουν και επιβεβαιώνουν την άνθιση αυτή.  
 Με τη μαντινάδα, η Κρήτη αντιστέκεται. Δεν υπάρχει μόνο η δια των όπλων αντίσταση στους επίδοξους κατακτητές, στις επιβουλές που δεχτήκαμε σαν νησί στη διαδρομή της ιστορίας. Υπάρχει και η πολιτισμική αντίσταση στην εισβολή της παγκοσμιοποίησης και της ομογενοποιημένης κουλτούρας. Η Κρήτη λέει ναι στην Ευρώπη, ναι στη συνύπαρξη με ξένους πολιτισμούς (πολύ μάλλον διότι λόγω θέσης είναι σταυροδρόμι πολιτισμών) αλλά λέει όχι στην πολιτισμική ισοπέδωση.   Αντιστέκεται  και διεκδικεί την πολιτισμική της ταυτότητα κύρια μέσω της μουσικής και του χαρακτηριστικού ποιητικού της δημιουργήματος, της μαντινάδας. Ναι, η ποιητική και μουσική αυτή μινιατούρα που ξαφνιάζει με την πυκνότητά της και με το μήνυμα που εκσφενδονίζει στο τέλος, είναι ζωντανή!
  Η μαντινάδα μας είναι η συνέχεια μια αρχαίας λαϊκής μα κι επώνυμης ποιητικής παράδοσης που πήρε μεγάλες διαστάσεις στην καθημερινή και γιορτινή ζωή του κρητικού λαού, κι έγινε ο κύριος τρόπος έκφρασης όλων των σκέψεων και συναισθημάτων του. Η λέξη «μαντινάδα προέρχεται από την ιταλική- βενετσιάνικη λέξη «matinada». Η ιταλική λέξη σημαίνει ακριβώς «σερενάτα», καντάδα, δηλαδή τη μουσική που ο νέος τραγουδεί κάτω απ’ το παράθυρο της κοπελιάς του τις πρώτες πρωινές ώρες. Αφού η λέξη είναι βενετσιάνικη πρέπει να μπήκε στο κρητικό λεξιλόγια τα χρόνια της βενετοκρατίας. Φαίνεται πως η μαντινάδα προϋπήρξε ακόμη και του παππού μας Βιτσέντζου Κορνάρου. Είναι εκπληκτικό ότι οι ελληνόφωνοι κρητικοί του Χαμιντιέ της Συρίας   εξακολουθούν μέσα στην κρητική τους διάλεκτο να λένε ακόμη και σήμερα  μαντινάδες. 
  Οι δημιουργοί της μαντινάδας, ανώνυμοι ή επώνυμοι, δεν είναι ποιητές, είναι απλοί άνθρωποι που έχουν το γλωσσικό αίσθημα, την αμεσότητα τη θυμοσοφία και τη σπιρτάδα του μυαλού εκείνη τη χαρακτηριστική της Κρήτης. Η μαντινάδα ψυχαγωγεί και διδάσκει. Οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν την ευεργετική επίδραση της μαντινάδας στη γλώσσα των παιδιών της προσχολικής και σχολικής ηλικίας. Η μαντινάδα γενικότερα προβάλλει εναλλακτικούς τρόπους διασκέδασης στους νέους, ακονίζοντας το γλωσσικό τους αισθητήριο.
  Μα πάνω απ’ αυτά και πέρα απ’ αυτά, η μαντινάδα είναι το όχημα που απογειώνει εμάς τους κρητικούς και μας ανεβάζει στους ουρανούς. Είναι η υπέρβαση της πραγματικότητας, η μαγεία του ονείρου, ένα νανούρισμα  αγγέλων, ένα άγγιγμα του παππού Κορνάρου, μαζί  και η ευχή του.



                                 ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ
                                    

  Η σκηνή σ’ ένα μικρό απέριττο σπίτι στο Μυλοπόταμο, Φλεβάρης, προχωρημένη η νύχτα. Ενώ ο άνεμος μανιασμένος φυσά και ενώ η καταιγίδα τελικά ξεσπά έτσι ώστε τα παραθυρόφυλλα του μικρού σπιτιού να τρίζουν σαν έτοιμα να σπάσουν, ο κρητικός καλλιτέχνης ατάραχος,  καθισμένος μπροστά στο αναμμένο τζάκι επιμένει με νοσταλγική διάθεση ν’ ανασυνθέτει με τη λύρα και με το λαγούτο παλιούς σκοπούς της περιοχής του, αποδίδοντας φόρο τιμής στους συμπατριώτες του λυράρηδες που είχαν κάποτε συνθέσει αυτούς τους σκοπούς και έχουν ήδη φύγει από τούτο το μάταιο κόσμο. Κατά διαστήματα λέει και κάποια μαντινάδα – από παλιές εποχές κατά κανόνα κι αυτή - που τη διανθίζει κατάλληλα με ένα «όπα» και ένα «έλα», κάνοντας φανερή τη φορτισμένη μελαγχολική του διάθεση, και μεταδίδοντας συγχρόνως την έκστασή του στους λίγους ακροατές του. Οι ακροατές αυτοί συμπεραίνει κανείς ότι είναι επίσης μυημένοι στην αξία της παλιάς κρητικής μουσικής, γι αυτό παρακολουθούν με μεγάλη προσοχή, με ευλάβεια θα έλεγα, την εξέλιξη της μουσικής μυσταγωγίας μέσα στη χειμωνιάτικη νύχτα. Το μόνο που κάνουν είναι να επαναλαμβάνουν τα λόγια του τελευταίου στίχου, κάτι που ο καλλιτέχνης πολύ επιθυμεί, και επιδοκιμάζει με νεύμα της κεφαλής.
   Κάθε φορά που η ριπή του ανέμου γίνεται δυνατότερη προκαλώντας θορύβους ωσάν κάποιος να χτυπά την πόρτα του μικρού σπιτιού, ή κάθε φορά που μια δυνατή βροντή καλύπτει σχεδόν τον ήχο της λύρας, όλοι γυρίζουν το βλέμμα προς την πόρτα που τρίζει, και ο κρητικός καλλιτέχνης ωσάν να ερεθίζεται ακόμη περισσότερο στην έμπνευσή του, κλείνει τα μάτια, και η φωνή του πάλλεται ακόμη πιο πολύ. Ωσάν οι βροντές και οι κεραυνοί να είναι μια επιδοκιμασία, ένα μπράβο προς εκείνον, για όσα συναισθήματα βγάζει μέσα από τα βάθη της ψυχής του, και ένα σύνθημα για να βγάλει ακόμη περισσότερα για το χατίρι των λιγοστών ακροατών του..
  Πρόκειται στην ουσία για μια μυσταγωγία που τελείται μέσα στο μικρό μυλοποταμίτικο σπίτι. Κανένας δε χορεύει, κανένας δεν αστειεύεται. Ο καλλιτέχνης ουσιαστικά κάνει μια κατάθεση ψυχής και όλοι οι παρευρισκόμενοι το αντιλαμβάνονται και το αποδέχονται με σεβασμό.
  Η ώρα περνά. Προσπαθώ να καταλάβω τι ακριβώς συμβαίνει. Βρίσκομαι μέσα και συγχρόνως βρίσκομαι απ’ έξω. Σιγά - σιγά στα μάτια μου το μικρό σπίτι μεγαλώνει και μετουσιώνεται. Μέσα στη μπόρα και στον άνεμο, μέσα στον κατακλυσμό της άγριας νύχτας παίρνει τη μορφή και τις διαστάσεις  μιας κιβωτού που κλείνει μέσα της την κρητική μουσική παράδοση, τα ιερά και τα όσια της Κρήτης, και έχει προορισμό να τα διασώσει. Ναι, αυτό ακριβώς είναι, μονολογώ: Μέσα στον κατακλυσμό της ιστορίας, μέσα στη μαζική εισβολή ανθρώπων και πολιτισμών σ’ αυτό το νησί που είναι σταυροδρόμι των πολιτισμών, μέσα στα τόσα «ακραία» φαινόμενα που βλέπομε γύρω μας, εμείς οφείλομε να δημιουργήσομε όσοι μπορούμε από μια κιβωτό, και μέσα σ’ αυτή να κλείσομε και έτσι να διασώσομε την ιστορία και την παράδοση του τόπου μας. Έτσι, εθελοντικά και ιεραποστολικά. Έτσι, ωσάν το Νώε!





                            ΧΑΙΡΕ ΘΕΡΟΣ…..
                                           

  Χαίρε θέρος. Χαίρε σημαία του καλοκαιριού που κυματίζεις ήδη μεσίστια, έτοιμη για την υποστολή. Χαίρε κι εσύ φθινόπωρο, που ετοιμάζεσαι να νικήσεις το θρασύ, προκλητικό, ξέφρενο καλοκαίρι, και να φέρεις την ισορροπία. στα ζωντανά πλάσματα.
  Χαίρετε θάλασσες και ακτές του Κρητικού και του Λυβικού πελάγους γιατί χαρίζετε στους θνητούς επισκέπτες σας στιγμές αθανασίας. Χαίρε Μεσόγειος, θάλασσα μακρόθυμη που άντεξες τόσους πολιτισμούς αλλά και τόση ρύπανση. Βυθίστηκε λέει πάλι ένα πλοίο με δύο τόνους τοξικό φορτίο…Αντέχεις ακόμη;
  Χαίρετε μέλη του Ορειβατικού που ζητήσατε και πήρατε από τόσο κοντά την ευλογία της Σελήνης, ανεβαίνοντας ακριβώς τη βραδιά της Αυγουστιάτικης πανσελήνου, ίδια στην κορφή του Ψηλορείτη!
  Χαίρε Δημιουργική Ομάδα των Μαργαριτών που μπορείς να συγκεντρώνεις καλοκαιριάτικα τόσες εικόνες και τόσο Μυλοπόταμο μέσα σ’ ένα μικρό θέατρο.
  Χαίρε Φωτεινή Παπαλεωνιδοπούλου για τη συγκίνηση που μας έδωσες καθώς φυσούσες κι έσβηνες την ολυμπιακή φλόγα. Οι συνειρμοί, οι συμβολισμοί και τα μηνύματα είναι εκείνα που σώζουν ακόμη το θεσμό, γιατί αν δούμε την ωμή πραγματικότητα των Olympic Games…. Χαίρε Αυταπάτη! 
  Χαίρε αστερισμέ της Αυταπάτης με την ακατανίκητη έλξη που ασκείς - ιδιαίτερα το θέρος - στη σύγχρονη ολυμπιακή Ελλάδα! Κάποιοι μας τα πήρανε χοντρά κι εμείς παρηγοριόμαστε πως μας ζήτησαν «συγγνώμη»…
    Χαίρε αμπελώνα γυροτραφισμένε -αιώνια κληρονομιά του Διονύσου –αμπελοκουρμούλες με τα σταφύλια που ωριμάζετε μέσα στο μήνα τον τρυγητή. Χαίρε πατητήρι που υποδέχεσαι τους ευλογημένους χυμούς που τρεχουλίζουν στο δοχειό. Χαίρε ξανθή μουσταλευριά με το σισάμι, και τα καρύδια. Χαίρε τραπέζι ξύλινο του πατέρα ή του παππού μας, με το ποτήρι γεμάτο, με το μαύρο ψωμί, τις ελιές και τα μποστανοφάσουλα απάνω ακουμπισμένα.   
  Χαίρε κοτσιφάλι, αβιδιανό, λιάτικο, βιλάνα, θραψαθύρι, μέσα στα δρύινα βαρέλια όπου περιμένετε υπομονετικά ώσπου ν’ ακούσετε του μερακλή τη μαντινάδα και το γέλιο.
  Χαίρετε πέρδικες, συκοφάδες, ζυγαρδέλια, κοτσυφοί και τρυγόνια, εσείς πετεινά που χαίρεστε τον καλοκαιριάτικο ουρανό, εσείς που σ’ άλλους δίνετε χαρά με τη ζωή και σ’ άλλους με το θάνατό σας. 
  Χαίρε θέρος, κι εσύ της ζωής ο έρως, ο υπερπόντιος ζωοποιός θεός που πετάς αγέρωχος πάνω από τις ακτές του Λυβικού και του Αιγαίου, παρέα με δελφίνια και με γλάρους, παρέα με τον Αρχίλοχο, τη Σαπφώ και με τον Οδυσσέα Ελύτη. 
 



                 ΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ


                                                                  
 Ο σοφότερος από τους φίλους μου αποφάνθηκε τελεσίδικα:
 -Είναι ένας ψυχαναγκασμός, όταν επιμένεις να μιλάς μόνο με μικρές φράσεις των δύο ή τριών λέξεων.
 -Το μικρό είναι όμορφο επέμεινα εγώ, κι ας με λες ψυχαναγκαστικό. Και η μικρή φράση επίσης, είναι όμορφη. Όμορφη και σαφής. Στη σύνθετη εποχή μας το κάθε τι απλό είναι δυσεύρετο είναι ουσία, είναι επίτευγμα. Σοφόν το σαφές. Το λακωνίζειν επίσης. «Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε», είπε ο ποιητής.
  Καλημέρα θλίψη. Καμιά σχέση με την κατάθλιψη. Εννοώ τη δημιουργική θλίψη. Τη θλίψη των στοχαστών και των ποιητών. Το χαμηλό πέταγμα πάνω από μια ήρεμη θάλασσα. Χωρίς έξαρση, χωρίς έπαρση.
  Καλημέρα ψυχαναγκασμέ. Καλημέρα σκέψη. Λατρεύω τη σκέψη γιατί με οδηγεί στην πράξη. Γαλήνη. «Γαλήνη σαν της Κυριακής, που λείπουνε όλοι». Ήχος εφημερίδας που διαβάζεται. Θέλω να μαθαίνω. Οφείλω να γνωρίζω όσο γίνεται περισσότερα. Η γνώση είναι η δύναμή μου. Με τη γνώση και μ’ ένα μαχαίρι διασχίζεις μια ζούγκλα. 
  Καλημέρα Ελλάδα. Το φως του εκτυφλωτικού ήλιου προσπαθεί να γεμίσει την άδεια σου πραγματικότητα. Όμορφη μα κουρασμένη. Μακριά νυχτωμένη. Κατά βάθος απογοητευμένη. Άλλο πρόσωπο κι άλλο προσωπείο. Καραβάκια, βρατσέρες σκούνες και μπρίκια διασχίζουν το γαλανό Αιγαίο. Σε κάποιο απ’ όλα, καραβάκι ορθόπλωρο μέσα, ταξιδεύει ο Οδυσσέας, που ακόμη προσπαθεί να φτάσει στην Ιθάκη. Σώνει και καλά στην Ιθάκη. Αιώνες τώρα αγωνίζεται να φτάσει στην Ιθάκη. Στην Πηνελόπη. Ψυχαναγκασμός κι αυτός!
   Αγέρας φρέσκος. Κυματάκι αφρισμένο. Πεισματωμένο και απρόβλεπτο. Γλάροι  λικνίζονται από πάνω. Λιμανάκι νωχελικό, ταχύπλοα σκάφη.  Μα μόλις πατήσεις το πόδι στο (οποιοδήποτε) νησί, τα χλωμά ξενυχτισμένα πρόσωπα των νέων σε πληγώνουν. Πρέπει οπωσδήποτε να τα δω. Είναι ψυχαναγκαστικό. Το ξέρω, και με πληγώνει. Όπου και να ταξιδέψεις η Ελλάδα σε πληγώνει. Και η πόλη μου με πληγώνει, (και ο Πρεβελάκης πια, τον πόνο μου δεν τον μερώνει).
  Καλημέρα Ευρώπη. Είσαι μια πολυτελής έπαυλη χωρίς θεμέλια. Κάνε τώρα σημειωτόν, για να μάθεις. Ψυχαναγκαστικό σημειωτόν. Φωνάξτε γρήγορα έναν ψυχολόγο. Η Ευρώπη με πληγώνει. Δεν θέλω μια Ευρώπη των βιομηχανιών. Θέλω μια Ευρώπη των λαών. Αναζητώ μια δημοκρατική Ευρώπη. Αναζητώ «μια πολίχνη ροζ γεμάτη ωραία υπαίθρια ζαχαροπλαστεία». Οι ηγέτες της Ευρώπης θα πρέπει να μιλούν με μικρές, σαφείς, κατανοητές προτάσεις, που να ανταποκρίνονται στις (ψυχαναγκαστικές;) απαιτήσεις των πολιτών.
  Το τζάμι είχε γεμίσει ηλιοβασίλεμα. Κατάκοπος έπεσα να κοιμηθώ. Το νανούρισμα είχε αναλάβει η Σελήνη. Στα όνειρά μου η βρύση του χωριού μου, κάτι αρχαίες πέτρες της Ελεύθερνας, η Όαξος, ο βασιλιάς Ετέαρχος κι η κόρη του η Φρονίμη….




                                      ΒΡΑΔΙΕΣ  ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

                                                        

  Ήταν μια μεγάλη, χαρούμενη συντροφιά και μιλούσαν Ελληνικά (τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική).
  Ήταν η νύχτα προχωρημένη, έναστρος ο ουρανός και η συντροφιά, αγόρια και κορίτσια, καθόταν κυκλικά στην αμμουδιά, σε μια από τις αμμουδιές μας (…στις αμμουδιές του Ομήρου).
  Ψηλά στον ουρανό, ο μέγας μυστικός συμβουλάτορας όλων των νυχτερινών υπάρξεων, το φεγγαράκι…(χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη η ακρογιαλιά).
   Στη μέση μια μεγάλη φωτιά έκαιγε θερμαίνοντας την ψυχή και το σώμα τους (φωτιά, ωραία φωτιά).
  Κάθε τόσο έριχναν κούτσουρα (μη λυπηθείς τα κούτσουρα, μη φτάσεις ως τη στάχτη).  
  Ήταν νέοι, αγόρια με γυμνά μπράτσα και κορίτσια με λυτά μαλλιά (χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο).
 Ο κήπος της καρδιάς τους έφτανε ως τη θάλασσα (ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα).
 Κοιτάζοντας προς τη θάλασσα, ο καθένας έφερνε στο νου την Ιθάκη του (πάντα στο νου σου να χεις την Ιθάκη).
  Η καρδιά τους όμως ήταν ριζωμένη στην πόλη. Όποτε περνούσε ένα πλοίο καθόταν και το χάζευαν (δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό).
  Είχαν μαζί τους μια κιθάρα και κάθε τόσο έπιαναν το τραγούδι (ανοίγω το στόμα μου κι αναγαλλιάζει το πέλαγο).
  Όταν το τραγούδι τύχαινε λυπητερό, μπορεί και να κυλούσε κάποιο δάκρυ (άξιον εστί το αναίτιο δάκρυ).
  Άλλα τραγούδια πάλι τους ξυπνούσαν τα ξεχασμένα τους όνειρα (χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα).
  Κάποιοι έγραφαν λέξεις πάνω στην άμμο. (πάνω στην άμμο την ξανθή γράφαμε τ’ όνομά της).
 Αποχαιρετούσαν για πάντα την ανέμελη ζωή, τα πρώτα χρόνια της νιότης (αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις)
…………………………………………………………………………………………
   Αναμνήσεις από τη Ρεθεμνιώτικη αμμουδιά, βραδιές του Αυγούστου της δεκαετίας του 70 (χρόνια που περνούν, που δεν θα ξαναρθούν, μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά).
 
 

    
                           ΜΗΝ ΟΜΙΛΕΙΤΕ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟΝ
                                            

  Είμαι ένας απλός οδηγός λεωφορείου. Είμαι ευχαριστημένος από τη δουλειά μου και δε ζήτησα ποτέ κάτι περισσότερο. Ούτε χρειάστηκε να παρακαλέσω κανέναν  για διορισμό, μονιμοποίηση και τέτοια. Ούτε γουστάρω να παρακαλέσω για «μετεγγραφή» του κανακάρη μας στο πανεπιστήμιο, κι ας λέει η γυναίκα μου.
  Μ’ αρέσει η δουλειά μου, κι ας είναι το λεωφορείο μου παλιό και ντεμοντέ.
Μ’ αρέσει που οι επιβάτες μπαίνουν μέσα, κι εμπιστεύονται τη ζωή τους στα χέρια μου. Εγώ σέβομαι τη ζωή των επιβατών μου. Τα δίνω όλα για την ασφάλειά τους. Σφίγγεται η καρδιά μου καθώς σκέφτομαι τα παιδιά που χάθηκαν σ’ εκείνο το λεωφορείο, στο πέταλο του Μαλιακού. (Νταλικέρηδες όλης της Ελλάδας, έλεος! Με τα φώτα νυσταγμένα και βαριά, με γκάζια και με μαγκιά δεν πάμε στην Ευρώπη). Μαθητές όλης της Ελλάδας, ενωθείτε ενάντια στα συμφέροντα, γιατί περί αυτών πρόκειται. Δεν είμαι εντελώς βέβαιος πως θα νικήσετε, αλλά αξίζει ο αγώνας.
  Έβαλα στο εσωτερικό του λεωφορείου μου την επιγραφή που βάζανε παλιά
                      «ΜΗΝ ΟΜΙΛΕΙΤΕ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟΝ».
  Εκτός από τους λόγους ασφαλείας, εγώ θέλω να μ’ αφήνουν απερίσπαστο και  βυθισμένο στον κόσμο μου, στις σκέψεις μου, στους συνειρμούς μου!  Παρατηρώ –καθώς οδηγώ- τους πεζούς στο δρόμο, στις διαβάσεις, στη στάση, αυτούς που μπαίνουν στο λεωφορείο. Οι μητέρες με τα παιδιά, οι νέες και οι νέοι, οι μαθητές, οι ηλικιωμένοι, τα ζευγάρια. Παρατηρώ τις κινήσεις, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις τους. Σχεδόν μπορώ να μαντέψω που πάνε, από πού έρχονται, τι γεγονότα προηγήθηκαν.   Παρατηρώ τις συζητήσεις των επιβατών. Απ’ τα λεγόμενα μαντεύω τους χαρακτήρες τους, ακόμη και τις πολιτικές πεποιθήσεις τους. Αυτό με συναρπάζει. Αισθάνομαι σαν ένας επαγγελματίας ψυχολόγος ή μάλλον ένας ψυχολόγος-οδηγός. Πρωτότυπο, ε;
  Το λεωφορείο μου είναι …πολλαπλών χρήσεων. Μπορώ μ’ αυτό να ταξιδεύω στο χρόνο και στη φαντασία. Εκτός από τα συνηθισμένα καθημερινά του δρομολόγια, μπορεί άριστα να κάνει διαδρομές στ’ όνειρο και στη φαντασία. Να ζει κανείς και λίγο με τη φαντασία του, να ονειρεύεται, ή να κάνει μια βουτιά στο παρελθόν, στις αναμνήσεις, δεν το θεωρώ περιττό ούτε ανόητο. Η φαντασία συμπληρώνει τη ζωή και είναι κάτι σαν δικλείδα ασφαλιστική. Μας γλιτώνει από την υπερχείλιση ή την έκρηξη, έτσι μου φαίνεται εμένα, παρ’ όλο που, επαναλαμβάνω, είμαι ένας απλός οδηγός λεωφορείου…
 Έτσι λοιπόν, μερικές φορές το λεωφορείο εκτελεί χρέη υπερπόντιου οχήματος και με ταξιδεύει σε φανταστικά μέρη εξωτικά, στο Μαδράς, τη Σιγκαπούρη τ’ Αλγέρι, τη Μπατάβια, στα ίδια εκείνα μέρη που συνήθιζε να ταξιδεύει ο μέγας ποιητής  Νίκος Καββαδίας. Άλλοτε πάλι ταξιδεύω με τη φαντασία μου σε χώρες που υποφέρουν, να σαν το Ιράκ ας πούμε. Αυτό το κάνω σαν φόρο τιμής από ένα απλό άνθρωπο προς ένα  λαό που ζει στη δυστυχία και στην εξαθλίωση.
  «Να ζεις στην ίδια πολιτεία παντοτινά, και να’ χεις των αναχωρήσεων τη μανία…» έγραψε ο ίδιος ποιητής. Βρίσκω πως μου ταιριάζει εμένα αυτό. Γι αυτό μ’ αρέσει η δουλειά μου. Αναχωρήσεις, αφίξεις, δρομολόγια, ταξίδια  συνεχώς, το λεωφορείο γεμάτο με μαθητές, με χαρούμενες φωνές, πάντα με σεβασμό στη ζωή του επιβάτη. Η ζωή είναι ωραία!




                  Ο Μύθος του Νάρκισσου

  «Κι ά σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα.»
                                                                            Γ. Σεφέρης.
                                 
  Θα σας θυμίσω τον αρχαίο ελληνικό μύθο του Νάρκισσου. Ο Νάρκισσος, γιος του ποταμού Κηφισού και της νύμφης Λειριόπης, ήταν ένας εξαιρετικά όμορφος νέος. Η μητέρα του η Λειριόπη έμαθε από το μάντη Τειρεσία ότι ο γιος της θα διατηρήσει αιώνια την ομορφιά του με την προϋπόθεση να μην επαίρεται καθόλου γι αυτήν, ούτε καν να την αναφέρει, πράγμα που έκαμε γνωστό στο Νάρκισσο. Έλα όμως που ο Νάρκισσος αποφάσισε να δει την εικόνα- αντανάκλασή του εαυτού του στα νερά μιας πηγής. Γοητεύτηκε τόσο από την ομορφιά του πού έμεινε εκεί ακίνητος θαυμάζοντας τον εαυτό του μέχρι που μαράζωσε αργά, και πέθανε στις όχθες της πηγής.
  Τι δηλοί ο μύθος; Επισημαίνει μια κοινότατη ανθρώπινη αδυναμία, τον αυτοθαυμασμό και την έπαρση, αδυναμία που μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη μέχρι μοιραία. Έτσι, όταν λέμε σήμερα «ναρκισσισμός», εννοούμε μια αρρωστημένη κατάσταση όπου κυριαρχεί ο υπερβολικός και παρατεταμένος αυτοθαυμασμός, ο οποίος τελικά θα οδηγήσει στη μακαριότητα, την απραξία, τη φθορά και την αποσύνθεση.
  Είναι αξιοπρόσεχτο πως ο μύθος πλάστηκε από τους αρχαίους Έλληνες αλλά   ταιριάζει γάντι σ’ εμάς τους νεοέλληνες. Από την εποχή της νίκης της Εθνικής μας  ποδοσφαίρου στο Euro, ο καθένας από μας κοντεύει να γίνει κι από ένας Νάρκισσος!
  Βλέπω, ας πούμε, το μέσο νεοέλληνα συμπολίτη να κάθεται μπροστά σ’ έναν καθρέφτη, και να μετρά τα πλεονεκτήματα του εαυτού του και της ράτσας μας. «Είσαι ωραίος σαν Έλληνας, το είπε και ο Εγγονόπουλος», σκέφτεται. «Είναι απόλυτα σίγουρο πως σαν Έλληνας είμαι γεννημένος νικητής, έχω ψυχή, μπορώ να κάνω τα πάντα, ακόμη και θαύματα, αρκεί να το θελήσω. Σαν  Έλληνας είμαι ευφυέστατος, φιλόξενος, συμπονετικός, χαρούμενος, καθόλου ρατσιστής (!), ξέρω να νικάω στο ποδόσφαιρο (έστω με τη βοήθεια κάποιου … τρελού Γερμανού). Άλλοτε πάλι ξέρω πως να γλεντάω και να την περνάω φίνα. Οι ξένοι οι κουτόφραγκοι, απλά με ζηλεύουν διότι ζω σε μιαν υπέροχη, ηλιόλουστη χώρα και διότι βρίσκω τον τρόπο να τα «βολεύω» και να περνάω καλά παρά τα όποια οικονομικά προβλήματα, έστω και με δανεικά. Ας είναι καλά και το δημόσιο, αφού με μια θεσούλα και μια μονιμότητα την αράζεις και δεν τρέχει τίποτα.  Όταν ζοριζόμαστε ως χώρα υπενθυμίζομε προς τα έξω και τους …αρχαίους προγόνους μας, που ευτυχώς τους σέβονται όλοι. Ήρθε και η έκρηξη της ολυμπιακής εθνικής υπερηφάνειας για να πλαισιώσει και να στεφανώσει όλη αυτή την πανδαισία (για ντόπινκ δεν συζητάμε).
  Κάπως έτσι σκέφτεται αλλοπαρμένος μέσα στις φαντασιώσεις του ο σύγχρονος Έλληνας, το ίδιο περίπου σκέφτομαι κι εγώ κι εσύ, διατί να το κρύψωμεν άλλωστε, αμαρτία εξομολογημένη. Ο ναρκισσισμός στο αποκορύφωμα. «Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο, άπληστος σαν το χόρτο.»
  Ακόμη και η κυβέρνηση μοιάζει συνεπαρμένη να αυτοθαυμάζεται για τις συνεχείς επιτυχίες της(!), γερμένη πάνω από τα νερά μιας μακαρίας λίμνης.   
  Στο τέλος όμως, αλίμονο, ο μύθος θέλει το Νάρκισσο να μαραζώνει αλλοπαρμένος και να χάνεται. Όλοι εμείς λοιπόν οι σύγχρονοι Νάρκισσοι, ας μην ξεχνούμε τι μας περιμένει εκεί στη λίμνη με τα ήρεμα νερά όπου καθρεφτιζόμαστε μακάριοι κι αλλοπαρμένοι!



                                 ΒΟΤΣΑΛΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ
                                   

  Φίλε παλιέ και συντοπίτη μου, γείτονά μου καινούριε, γειτόνισσα και γειτονοπούλα μου, πολίτες του κόσμου που κατοικείτε σ’ αυτή τη μικρή αλλά παγκόσμια πια πολιτεία, σας χαιρετώ με κοντομάνικο πουκάμισο και κοντό ναυτικό παντελονάκι. Έμαθα πως σας αρέσει το καλοκαίρι το ελληνικό, και αποφάσισα να σας βοηθήσω ν’ αναλύσετε αυτό το καλοκαίρι στα δομικά στοιχεία του: Ο ήλιος, o γιαλός, τα ζεστά μεσημέρια, τα κόκκινα ηλιοβασιλέματα, τ’ ολόγιομο φεγγάρι, το γιασεμί, τα βότσαλα. Αυτά είναι τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται το ελληνικό καλοκαίρι.
  Προσέξτε τώρα τα μικρά, ασήμαντα, αστραφτερά βότσαλα. Λάτρης του μικρού και τ’ ασήμαντου εγώ, περισσότερο μ’ αρέσει για τα βότσαλα να μιλήσω, γι αυτά τα μικρά κομμάτια της αιωνιότητας που επί εκατομμύρια χρόνια συνεχίζουν να λειαίνονται στα βάθη των θαλασσών, για να πάνε να κουρνιάσουν τελικά σε κάποιο κρυφό ελληνικό περιγιάλι.
  Βότσαλα παράγει ο ντουνιάς απ’ την πρώτη αρχή του, με την συνεχή τριβή των πετρωμάτων μέσα στην αέναη κίνηση του νερού στις κοίτες των ποταμών και στις ακτές της θάλασσας. Τα βότσαλα στην Ελλάδα μαζί με την αλμύρα της θάλασσας, τη μυρωδιά του καλοκαιριού, τον φλοίσβο των κυμάτων σου δημιουργούν μια έντονη διάθεση να περπατήσεις ξυπόλητος πάνω στις αμμουδιές του Ομήρου.
  Κάποτε ήταν ένας άντρας μικρόσωμος, στοχαστικός. Το σπίτι του ήταν κοντά στη θάλασσα. Η αγαπημένη του απασχόληση ήταν να μαζεύει βότσαλα. Βότσαλα λευκά, βιολετιά, καστανοπράσινα, κόκκινα, κίτρινα, γκρίζα, σαν τα βότσαλα της Αργυρούλας. Παίζοντάς τα στα χέρια του κι ακούγοντας τον ήχο των κυμάτων εμπνεόταν κι έγραφε του στίχους του για περήφανα ελληνικά καράβια, για φουρτούνες και περιπέτειες. Τον έλεγαν Όμηρο. Οι λέξεις του ήταν οι ίδιες βότσαλα, μαζεμένα από ελληνικά ακρογιάλια. Τα βότσαλα του Ομήρου.
  Σας βλέπω κι εσάς τα βραδάκια να μαζεύετε βότσαλα απ’ τ’ ακρογιάλια των παιδικών σας χρόνων.  Βότσαλα λευκά, βιολετιά, καστανοπράσινα, κόκκινα, κίτρινα, γκρίζα. Βότσαλα της ζωής και βότσαλα της νιότης, καυτά και γυαλιστερά, από εκείνα που ποτέ δε θαμπώνουν… Είπαμε: Τα βότσαλα είναι κομματάκια αιωνιότητας. Για την ακρίβεια κομματάκια αιωνιότητας κι ασημαντότητας συγχρόνως.
  -Τι με κοιτάζεις ρε Θωμά, μ’ αυτό το ύφος το απορημένο; Και που το ξέρεις εσύ, δηλαδή, πως ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για τα βότσαλα του Ομήρου αλλά ασχολείται μόνο με τα «σοβαρά» προβλήματα; Υπάρχει άραγε κάτι πιο σοβαρό κι αληθινό απ’ το βοτσαλάκι της νιότης;




ΔΙΕΘΝΕΣ  ΟΝΕΙΡΟΔΡΟΜΙΟ

                                            
  Μπορούμε να ορίσομε το «ονειροδρόμιο» σαν μιαν επίπεδη, ομαλή έκταση όπου προσγειώνονται και απογειώνονται τα …όνειρα σαν αεροπλάνα. Θα μου πείτε, «σιγά τώρα, δεν είναι τα όνειρα αεροπλάνα να…πετούν». Και όμως, ναι! Σας βεβαιώνω –με σεμνότητα και ταπεινότητα- ότι πετούν. Και μάλιστα υπάρχει η αρχαιοπρεπής λέξη «αιθεροβάμων» που χαρακτηρίζει τον ονειροπόλο εκείνο που έχει χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα αφού κινείται με τη φαντασία του στους αιθέρες. Ονειρευόταν ακόμη και ο Παπαδιαμάντης. «Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης, το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνώτος πελάγους και κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα», (Όνειρο στο Κύμα, έτος 1900).
   Η κίνηση στο  σύγχρονο φαντασιακό μας ονειροδρόμιο τώρα προς το τέλος του καλοκαιριού είναι πυκνή. Τα  ελαφρά αεροσκάφη των ονείρων, σαν πούπουλα απογειώνονται και προσγειώνονται διαρκώς αποβιβάζοντας όνειρα, για να επιβιβασθούν άλλα όνειρα αμέσως και να αναχωρήσουν για διάφορους προορισμούς.  Συχνότερες απ’ όλες είναι οι πτήσεις ονείρων για διακοπές. Εξωτικοί προορισμοί, πολυτελή ξενοδοχεία πλατσούρισμα στα νερά, SPA και χαλάρωση. Ακολουθούν τα όνειρα για ένα υγιή αθλητισμό χωρίς το όνειδος του ντόπινγκ.
  Πολύ δημοφιλής προορισμός στο ονειροδρόμιο είναι τα …ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Στην είσοδο αυτού του ονειροσκάφους γίνεται σφαγή. Όλοι θέλουν να ανέλθουν…γενικώς προς ανώτερες οικονομικές τάξεις. 
  Οι πρωινές  πτήσεις περιλαμβάνουν και ένα ξεχωριστό διεθνή ονειρικό προορισμό. Αντιστοιχεί με το όνειρο να βρει ο κόσμος μια καινούρια ιδεολογική πλατφόρμα, ένα κοινωνικό κίνημα που να επικεντρώνεται στον άνθρωπο, μια φιλοσοφία που να δίδει στους ανθρώπους τη δύναμη να λύνουν μόνοι τα προβλήματά τους μέσω της αυτοδιαχείρισης. Κι ακόμη το όνειρο να ξεκαθαρίσει στο μυαλό των ανθρώπων, πως το κεφάλαιο θα κινείται πάντα προς τα εκεί που μυρίζει κέρδος, θα πετάει που και που κάποια κόκαλα προς το μεσαίο χώρο – ο μεσαίος χώρος γαρ κερδίζει τις εκλογές – και τελικά θα γελά με την αφέλειά μας. 
  Το μεσημεράκι απογειώνονται οι πτήσεις για Αφρική, την ήπειρο των Παθών. Απογειώνονται τα όνειρα πως θα βρεθεί τρόπος να πάψουν να πεινούν και να πεθαίνουν τα παιδιά στο Σουδάν. Ο θάνατος φτερουγίζει πάνω απ’ τους ανθρώπους σ’ αυτή τη χώρα, τόσο κοντά γεωγραφικά στο μόλις λήξαν πανηγύρι των Ολυμπιακών αγώνων (γιατί μας το χαλάς τώρα με τέτοια δυσάρεστα). Ο εμφύλιος πόλεμος και οι πλημμύρες ανοίγουν το δρόμο για επιδημίες στο Σουδάν. Ούτε πολίτης ούτε κράτος ούτε διεθνής οργανισμός δικαιούται να μένει αδιάφορος αφού απειλείται η ζωή 300.000 παιδιών.  Ένα μεγάλο όνειρο λοιπόν απογειώνεται– σαν ένα γιγαντιαίο  boeing – όνειρο να σωθούν με κάποιο τρόπο αυτά τα παιδιά. Άλλα ανάλογα όνειρα υπάρχουν για το Ιράκ, την Παλαιστίνη και τα άλλα μέρη που έχομε σχεδόν ξεχάσει…
  -Ο κόσμος είναι απότιστος κι εμείς σταλαγματιά, είπε με ύφος τελεσίδικο ο Θωμάς.
-Αισιοδοξία Θωμά, τον ταρακούνησα από τους ώμους. Πρέπει να υπάρχει ελπίδα. Ονειροπόλοι όλου του κόσμου ενωθείτε. Σε ονειροδρόμια και σε πλατείες. Εσείς προορίζεστε να δώσετε το εναρκτήριο λάκτισμα για  τον κόσμο που θάρθει. Εσείς τελικά θα γεννήσετε τον νέο πολιτικό λόγο και την ελπίδα στον κόσμο!
 Και ο φίλος μου κουνώντας το κεφάλι, γνωμάτευσε.
-Τώρα οι φίλοι σου οι παλιοί, σου λεν κρυφά μια συμβουλή -στα όνειρα που κουβαλάς, βάλε τιμές να τα πουλάς! ( Μήπως και δεις άσπρη μέρα!)



                   Του Ηλίου και του Ιουλίου

                                                              

   Μεσούντος του Ιουλίου και του ηλίου μεσουρανούντος, επιβιβάζομαι σήμερα χωρίς δισταγμό κανένα στο κάτασπρο ιστιοφόρο της φυγής μου, στο ιστιοφόρο της μοίρας μου…
   -Βάζω στοίχημα πως μια μέρα, δαγκάνοντας ένα λεμόνι θ’ αποδεσμεύσεις τεράστιες ποσότητες ήλιου από μέσα του, είπα αφηρημένα. Θα κατηχηθείς από τα πουλιά, κι ένα φύλλωμα λέξεων θα σε ντύσει (κάπου το χω ακούσει αυτό).
   -Μα τι λες τώρα, ποιήματα απαγγέλλεις Μανόλη; Προσγειώσου και δες πως ο ήλιος είναι απλά ένας  ισχυρός αντιδραστήρας που ακτινοβολεί, ή για να το πω αλλιώς, στέλνει ασύλληπτες ποσότητες φωτονίων, σωματιδίων και κυμάτων με τεράστιες ταχύτητες προς όλες τις κατευθύνσεις, είπε ο καπετάνιος αυστηρά.
Όμως εγώ, ο Μανόλης, διαφωνούσα κάθετα.
  -Όχι δεν συμφωνώ, δεν πρόκειται για ένα απλό φυσικό φαινόμενο, επέμεινα πεισματικά. Δεν ερμηνεύονται όλα με τη φυσική, με τους φυσικούς νόμους και με μαθηματικούς τύπους. Αυτό το γιγάντιο ουράνιο σώμα που ο άνθρωπος αντικρίζει για χιλιετίες συνεχώς από την πρώτη ύπαρξή του στη γη, αυτός ο ήλιος έχει αποχτήσει πια άλλες σημασίες, συμβολικές, υπερβατικές, συνειρμικές και αυτόνομες. Φίλε, εσύ που με κοιτάζεις με δυσπιστία, κάνε ένα πείραμα. Διάλεξε ένα οποιοδήποτε πρωινό του Ιουλίου, ντύσου ελληνικά, (μ’ ένα  κομπολόι στο χέρι και με το μπέτη σου ανοιχτό) και κατέβα στο λιμανάκι. Η ώρα είναι ήδη οχτώ. Μπροστά σου θα φανερωθεί μια πλημμύρα φωτός αμείλικτου, που καταιονίζεται πάνω απ’ τη μικρή πολιτεία με μυστικούς ήχους και ιαχές θριάμβου. Προσήλωσε τελικά όλες τις αισθήσεις σου στα σπιτάκια της παλιάς πόλης, στα καΐκια, στις βάρκες που λικνίζονται νωχελικά και φιλάρεσκα. Προσηλώσου στα αστραφτερά βότσαλα εκεί στην ακροθαλασσιά και αναφώνησε:
  -Α, εσείς ευτυχισμένοι ψαράδες, ηλιοκαμένοι κι ανυποψίαστοι, ταπεινοί και θεόρατοι, εσείς που ζείτε αυτή την άσπιλη ζωή μπροστά στη γαλανή απεραντοσύνη, μπροστά στην αεικίνητη θάλασσα! Δεν ξέρω τίποτα πιο αληθινό στον κόσμο από εσάς, τον ήλιο και τη θάλασσα!
  Ο καπετάνιος με κοίταζε έκπληκτος. Συνειδητοποίησα πως στεκόμουν όρθιος στην πλώρη και κραύγαζα. Βρισκόμουν πάνω στο ιστιοφόρο της φυγής μου, στο ιστιοφόρο του Ιουλίου και της μοίρας μου κι αρμένιζα μεσοπέλαγα…
   Ένας ήλιος από πάνω μου βασανιστικός, συγκεντρωτικός, μεθυστικός μεσουρανούσε. Από το πολύ φως, έβλεπα τον κόσμο μαύρο. Σωστός ελληνικός θεός ο ήλιος, με εξουσία στους τέσσερις ανέμους, στις τρεις χάριτες και στις εννέα μούσες. Το ιστιοφόρο σχίζει τη θάλασσα. Καταμεσής του Κρητικού πελάγους όλα λικνίζονται ανάμεσα στ’ αφρισμένα κύματα, ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Ο ορίζοντας ανέρχεται, ο ορίζοντας κατέρχεται. Ένα  γλαρόνι μας ακολουθεί. Μαλλιά και πουκάμισο ανεμίζουν ελεύθερα. Δεν είμαι πια ο ίδιος άνθρωπος. Είμαι ένας θαλασσοπόρος, είμαι ένας Μαγγελάνος του Αιγαίου που γυρεύει μανιωδώς τη γη των ονείρων του.
  Ανηλεής ο ήλιος συνεχίζει να σαρώνει τα καταστρώματα.
  -Μη φοβηθείς, μη μετανιώνεις, μη γυρίζεις πίσω. Όρτσα τα πανιά! Ακούσθηκε η φωνή του καπετάνιου καθώς κρατούσε σταθερά το τιμόνι.




                                      ΠΟΙΗΣΗ

  Μπορείς να τη συναντήσεις σε μιαν ακρογιαλιά την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Τα μακριά κυματιστά μαλλιά θ’ ανεμίζουν στην αύρα του δειλινού. Μόλις που θα μειδιούν τα χείλη, υποσημαίνοντας μια λεπτή θλίψη. Κάπως έτσι θα ναι όταν θα τη συναντήσεις, η ποίηση.
  Αρχίζεις πραγματικά να ζεις από τη στιγμή που θα τη δεις, που θα τη βάλεις στη ζωή σου. Η ποίηση φέρνει στην επιφάνεια και αποκαλύπτει πράγματα που είναι θαμμένα μέσα σου, χωρίς να τα γνωρίζεις. Ότι σ’ αρέσει πάρα πολύ, έχεις την αίσθηση πως προϋπήρχε μέσα σου, και αναρωτιέσαι «πως δεν το είχα αντιληφθεί αυτό, τόσον καιρό». 
  Μόλις αρχίσουν να σου αποκαλύπτονται όλα αυτά τα κρυμμένα, αισθάνεσαι πως πρέπει να τα βγάλεις προς τα έξω. Τότε σίγουρα βρίσκεις κάποιον τρόπο να τα πεις, είτε με τον μπαγλαμά είτε με την πέννα. Λέγοντάς τα, δημιουργείται μια αλληλεπίδραση με τους άλλους ανθρώπους. Από τους άλλους μαθαίνεις, αναθεωρείς, εμβαθύνεις, αλλάζεις.
  Η ποίηση έχει και πρακτική αξία. Να μιλείς με την ποίηση, δεν σημαίνει απαραίτητα ρομαντισμό, φυγή από την πραγματικότητα ή άλλα παρόμοια. H ποίηση είναι ένας άλλος τρόπος για να πούμε αλήθειες. Κάνει αυτό που θέλομε να πούμε, πιο εύληπτο, πιο κατανοητό. Ότι δεν λέγεται με τον πεζό λόγο μπορεί εύκολα να λεχθεί μέσα από την ποίηση.
  Σιγά κι αβίαστα αναβλύζουν τα ερωτήματα τα «ποιητικά»:
Αγάπησες όσο αγαπήθηκες;
Άγγιξες ότι φοβήθηκες;
Μοιράστηκες όσα δεν είχες;
  Πρέπει να αντιμετωπίζουμε απλά τη ζωή. Μόνον έτσι αυτή αποχτά κάποιο νόημα.
  Και πάλι, σημασία δεν έχει να φτάσεις να βρεις το κεντρικό νόημα της ζωής, να βρεις τη λύση στα αναπάντητα ερωτήματα. Σημασία έχει να μπορέσεις να διατυπώσεις τα ερωτήματα. Να προβληματιστείς πάνω σ’ αυτά κι ας μην τα απαντήσεις ποτέ.
  Η ευτυχία… Τι αυταπάτη! Συνήθως ανακαλύπτεις την ευτυχία από τον θόρυβο που κάνει …φεύγοντας.
  -Παράξενος ο τόπος μας, είπες. Έχει ανθρώπους γελαστούς, μα τραγούδια  λυπημένα.
                               ΟΜΟΡΦΗ ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ
                                       
   Όπως ακριβώς μια νεαρή πιανίστρια καθισμένη στο πιάνο της μπορεί με τ’ ακροδάχτυλά της ν’ αναπαράγει και να ζωντανέψει  τα συναισθήματα και την ψυχοσύνθεση του μουσουργού, έτσι ώστε ο μουσουργός μέσα από τα δάχτυλα της πιανίστριας να περνά κατ’ ευθείαν στην Αθανασία, έτσι κι ένας ευαίσθητος νέος ή νέα που περνοδιαβαίνουν στα σοκάκια μιας όμορφης παλιάς πολιτείας, μπορούν με τη φαντασία και την ενόρασή τους να ζωντανέψουν την περασμένη ζωή αυτής της πολιτείας, τους αρχιτέκτονες που τη χτίσανε, τις καντάδες, τα γλέντια, τις αγωνίες και τις συμφορές που τη σημαδέψανε, παραδίδοντας έτσι την πολιτεία αυτή στην ιστορία.
  Ας μη μας παραξενεύει λοιπόν που κάποιοι νέοι ευαίσθητοι, συνηθίζουν να βγαίνουν στους υγρούς δρόμους της πόλης κάποιες αφέγγαρες χειμωνιάτικες νύχτες τυλιγμένοι στα επανωφόρια τους, και – όταν πια όλοι οι κάτοικοι θα έχουν κοιμηθεί – εκείνοι τραγουδούν ή σφυρίζουν παλιά κρητικά τραγούδια: «Σαν είχες άλλη στην καρδιά, τι μ’ ήθελες εμένα…». Ορίζω δε ως ευαίσθητους νέους εκείνους που σήμερα, έτος 2005, είναι ικανοί ν’ ακούσουν τη φωνή του μουεζίνη ν’ αντηχεί απ’ τον μιναρέ Νερατζέ, ή ακόμη ν’ ακούσουν το σφύριγμα του «Αγγέλικα» καθώς αναχωρεί απ’ το λιμάνι ή ακόμη να διακρίνουν μέσα από το σφύριγμα τ’ ανέμου … λόγια του Φραγκίσκου Barozzi καθώς εκφωνεί τον εναρκτήριο λόγο του στην ακαδημία των Vivi, μέσα στη Loggia στις 4 Ιανουαρίου 1562: «E questa e lorigine della presente nostra Academia…»
  Ρέθυμνο, η όμορφη παλιά πόλη. Όχι μόνο η πολιτεία της ανοχής, αλλά και η πολιτεία της φυγής. Η πατρίδα κάθε μοναχικής ψυχής. Η πατρίδα της Μοναξιάς. Ίσως δεν είναι τυχαίο πως ένα μήνα πριν να γράψει το «Χρονικό μιας Πολιτείας» ο Παντελής Πρεβελάκης (τον Απρίλη του 1937), τελείωνε το δράμα του «Μοναξιά» (το Μάρτη του 1937).
  Έχομε λοιπόν να κάνομε με μια πολιτεία για ρομαντικούς και φευγάτους. Σ’ όλους αυτούς αρέσει να βυθίζονται στην αγκαλιά της πολιτείας τους όχι μόνο τις μέρες του καλοκαιριού, αλλά και το χειμώνα. Άλλωστε, μην ξεχνάς πως μόνο στα βάθη του χειμώνα μπορείς να αισθανθείς το καλοκαίρι που υπάρχει μέσα σου. Σ’ όλους αυτούς τους ρομαντικούς λοιπόν αρέσει να περιδιαβαίνουν στα στενά σοκάκια της, (στα φυλλοκάρδια της), και να μαντεύουν την ιστορία τους. Τους εξάπτει τη φαντασία η ψευδαίσθηση πως μπορεί να αισθανθούν το βλέμμα και την αύρα του Χορτάτση ή του Μπεργαδή, ή ακόμη του Μπουνιαλή του Τζάννε. Κατευθύνονται προς τη συνοικία της Κυρίας των Αγγέλων εκεί που κάποτε κατοικούσαν οι περισσότεροι Βενετοί ευγενείς. Προς τη συνοικία Σκιέρο, κάπου στη Σωχώρα. Προς την συνοικία της Κουερίνας, του Σκορδίλη, προς το Σολέρο. Στην οδό Τσάρου, προσπαθούν να μαντέψουν πιο ήταν το μαγαζί του Κυρ Ιωάννη του Κόνσολα με το κεντημένο σταυρογέλεκο, και την πραμάτεια με τη μαστίχα, τη ζαφορά, τα μυρόλαδα και τα ροδοστάματα.
-          Να μπορούσα λέει με κάποιο τρόπο να ξανάβρισκα την πέννα του Χορτάτση… Να έγραφα με την πέννα Του, μονάχα λίγες λέξεις … «Οϊμένα  Ερωφίλη μου…». Να την κρατούσα φυλαχτό για όλη τη ζωή μου, μονολογεί ο πιο ονειροπαρμένος της παρέας.
  Τότε ακριβώς ακούγονται σαν αχός, σαν αντίλαλος ή σαν σφύριγμα του ανέμου οι στίχοι του Πρεβελάκη:
-          Καλό η ψυχή των άγουρων να θρέφεται απ’ το μύθο,
Αντρειά να παίρνουν κι ορμηνιά, να δροσερεύει ο νους τους
Σαν το κορμί που χαίρεται νερό απ’ το χαλκοστάμνι…


                            ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ


  Μπορούμε να διατυπώσομε την υπόθεση πως κάθε ανθρώπινη ψυχή έχει μπροστά της μια  πόρτα.  Σε μερικές από αυτές τις πόρτες διακρίνεται καθαρά η επιγραφή που λέει «ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΎΘΕΡΗ», δηλαδή η ψυχή είναι ανοιχτή σε όλους. Σε άλλες, αντίθετα πόρτες, διαβάζεις ένα ξερό «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ». Και οι δυο επιγραφές και οι δυο απόψεις πρέπει να ναι σεβαστές. Και αν  ξαναρωτιόντουσαν αυτοί οι άνθρωποι πάλι το ίδιο θα απαντούσαν, το ίδιο ναι, το ίδιο όχι.
  Θαυμάζω τους ανθρώπους της πρώτης κατηγορίας, αυτούς που αφήνουν ελεύθερη την πρόσβαση προς τον εσωτερικό τους κόσμο. Αυτούς που είναι ανοιχτοί σε όλους και σε όλα. Αυτούς που δεν έχουν τίποτα να κρύψουν. Αυτούς που έχουν διάθεση για προσφορά και δεν ζητούν αντάλλαγμα γι αυτή, αυτούς που σε προσκαλούν μόνο για να σου χαρίσουν. Είναι μεγάλο πράγμα να χαρίζεις κάτι δικό σου, χωρίς αντάλλαγμα. Φαίνεται στην αρχή απλό, αλλά είναι δύσκολο. Δύσκολο να ανοίγεις διάπλατη την πόρτα και το σπίτι σου. Μπορεί να μετανιώσεις γι αυτό. Μπορεί ο μουσαφίρης να ναι αδιάκριτος. Μπορεί να κλέψει τα μυστικά και τα πολύτιμά σου. Μπορεί να τραυματίσει τα αισθήματά σου. Εσύ όμως δεν νοιάζεσαι, είσαι πάνω και πέρα απ όλα αυτά. Έχεις ξεπεράσει τις ανθρώπινες μικρότητες και σφυρίζεις αδιάφορα.
   Όποιον κρατά την πόρτα της ψυχής του ανοιχτή, τον νοιώθεις. Σχεδόν βλέπεις γραμμένο στο κούτελό του το «είσοδος ελεύθερη». Το βλέπεις μέσα στα μάτια του, στην οξύτατη όραση, στη λάμψη που εκπέμπουν οι κόρες. Η καλύτερη ώρα για να μπεις από την ανοιχτή πόρτα είναι το βραδάκι. Μια τέτοια ώρα δειλινού εάν κάποιος βρεθεί σε θέση κατάλληλη, μπορεί να παρακολουθήσει τη σελήνη ν’ ανατέλλει αιμάσσουσα στον ορίζοντα αδειάζοντας αφειδώς τα πλούσια χρώματα και τις ανταύγειες πάνω στην ελαφρώς κυματίζουσα θάλασσα, με μια μεγαλοπρέπεια που θυμίζει Σαντορίνη αλλά και τα νησιά των κοραλλιών και τη νότια Αμερική, την πατρίδα του στρατηγού Μπολιβάρ καθώς έγραψε ο ποιητής. Μια τέτοια ακριβώς ώρα που εξουσιάζεται απόλυτα από την παρουσία της σελήνης είναι η πιο κατάλληλη για ν’ ανοίξει κανείς την πόρτα της ανθρώπινης ψυχής και να μπει στα ενδότερα.
 Η περιπλάνηση μέσα εκεί πρέπει να γίνεται με προσοχή.
  Το πρώτο που θ’ αντικρίσει είναι μικρές παιδικές στιγμές ζωγραφισμένες με κοντύλι πάνω σε μαθητική πλάκα. Κατόπιν θ’ αντικρίσει ένα βουνό από ελπίδες για τον εαυτούλη αλλά και για την ανθρωπότητα. Παραπέρα ένα άλλο βουνό από λαχτάρες και σχέδια, αποφάσεις και αγώνες, και στο σημείο το βαθύτερο θα δει  ένα βουνό απογοητεύσεις για όσα  έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν ποτέ.
   Θα βρει κι άλλα. Επιθυμίες, μνήμες και πάθη. Ρίγη συγκίνησης αλλά και πίκρες αβάσταχτες. Αναμνήσεις και παλιούς συμμαθητές που ζουν ή που χάθηκαν (αυτούς προπάντων). Λέξεις παρηγοριάς για τον άρρωστο, τον κατατρεγμένο, τον βομβαρδισμένο τον προδομένο, τον πρόσφυγα το μεροκαματιάρη. Οίκτο για τους ημιμαθείς, τους αρχομανείς, τους αδίστακτους. Όσο θα βρίσκει στοιχεία καινούργια τόσο θα πηγαίνει βαθύτερα, θα ψάχνει για περισσότερα. Θα ανακαλύπτει και θα αφομοιώνει. Θα θυμάται και θα χαμογελά. Κι όταν πια ο επισκέπτης κουραστεί, κι ενώ η σελήνη θα μεσουρανεί, ας αποχωρήσει διακριτικά κλείνοντας αθόρυβα πίσω του την πόρτα.
 



Κ. Π. Καβάφης.
75 χρόνια από το θάνατο του Ποιητή

Εδώ ας σταθώ
κι ας δω κι εγώ τη φύση λίγο
θάλασσα του πρωιού
κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά και κίτρινη όχθη…

 Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 29 Απριλίου 1863 και πέθανε στην Αλεξάνδρεια, στις 29 Απριλίου 1933. Πέθανε δηλαδή την ημέρα των γενεθλίων του. Εβδομήντα πέντε χρόνια πέρασαν από το θάνατο και εκατόν σαράντα πέντε από τη γέννησή μιας κορυφαίας προσωπικότητας της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Αυτές τις μέρες μια μεγάλη σειρά εκδηλώσεων ξεκινά στην Αθήνα για την επέτειο αυτή.
 «Ο κόσμος του Καβάφη υπήρξε και υπάρχει» έγραψε κάποιος. Τον Αλεξανδρινό έμαθα να τον αντιμετωπίζω σαν ένα πρόσωπο αγαπητό και οικείο. Το καίριο μυστικό που αυτός μου αποκάλυψε ήταν: όσο περισσότερο γίνεσαι ο εαυτός σου τόσο περισσότερο ανοίγεσαι στον κόσμο.
 Ο Καβάφης, στην καθημερινή του ζωή, ήταν δημόσιος υπάλληλος. Είχε επιλέξει τη ρουτίνα και την ασφάλεια. Δεν ήθελε να ζει από το γράψιμο. Να συνδυάζει τη λογοτεχνία με το βιοπορισμό. Βίωνε δύο εντελώς ανεξάρτητες καταστάσεις. Ήταν δηλαδή καθαρός λογοτέχνης που κέρδιζε τη ζωή του, την τακτοποιημένη και πεζή, από κάτι εντελώς άσχετο. Η χαμηλή δημοσιοϋπαλληλική του ιδιότητα, άχρωμη, δίχως ιδιαίτερη λάμψη, διατηρούσε άθικτο το άλλο του πρόσωπο. Το πρόσωπο του καλλιτέχνη.
 Το τραγικό ήταν πως ο άνθρωπος αυτός που μιλούσε αδιάκοπα και τόσο όμορφα, που είχε τόσο σοφά λόγια για να πει, στο τέλος έχασε εντελώς τη φωνή του! Έπαθε καρκίνο του λάρυγγα και επικοινωνούσε με γραπτά σημειώματα! 
 Στην κηδεία του, στην εκκλησία του Αγίου Σάββα στην Αλεξάνδρεια, το φέρετρό του σήκωσαν νέοι λογοτέχνες. Μεγάλη και δίκαιη τιμή.
 Η σημερινή απήχηση της καβαφικής ποίησης, τόσο στους Έλληνες όσο και στους ξένους αναγνώστες της, αποκτά τις διαστάσεις φαινομένου.
  Ο Καβάφης και το έργο του είναι πια μια υπόθεση όλου του κόσμου. Οι άνθρωποι όπου γης διαβάζοντας τους στίχους του νοιώθουν πως έχουν βρει μια συντροφιά και μια παρηγοριά στη ζωή τους.

 Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε από τον Μανόλη Καλλέργη για τα 75 χρόνια από το θάνατο του Καβάφη, σαν φόρος τιμής στον ποιητή που του αποκάλυψε την Αλεξάνδρεια, την Ιθάκη και άλλα πολλά.








  ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (2)

                                                    
  Μια φορά κι έναν καιρό, έκατσε λέει ο Θεός κι έπλασε μια μικρή, λυγερή, μα αληθινά όμορφη πολιτεία. Αφού την επλούμισε πιτήδεια την απόθεσε στ’ ακροθαλάσσι, με τα πόδια τση μπροστά στο κύμα κι η αμμουδιά στο πλάι μια δαντελένια ατελείωτη λουρίδα.
 Εφώτισενε τσ’ αθρώπους τση, κι αυτοί εφτιάξανε όμορφα σπίτια, εκκλησιές και μνημεία και καμπαναριά και όρισε σε ούλους, και στσι κατακτητές ακόμη, να τη σέβουνται και να τη λογαριάζουνε. Ήρθε η εποχή που ονομάσανε «Αναγέννησης». Δέκα γενιές τση Βενετιάς την ορίζανε τότε, καθώς μαρτυρούνε τα βιβλία. Εγέννησε σπουδαίους καλαμαράδες και ποιητές και μπόλικους αθρώπους πνευματικούς, που εγράψανε για χάρη τση ιστορία λαμπρή, έργα λαμπρά, θεατρικά και ποίηση, έτσι που να τη θαυμάζει ο κόσμος όλος και να την ονομάζουνε από τότε «Πόλη των Γραμμάτων».
 Επεράσανε ύστερα χρόνια πολλά, και σιγά – σιγά οι άνθρωποι να που άρχισαν να ξεχνούνε την ιστορία. Άρχισαν να λησμονούν τα μεγάλα τέκνα, τους πνευματικούς ογκόλιθους της πατρίδας τους,  απέφευγαν ακόμη και να αναφέρουν τ’ όνομά τους, έτσι που οι νέα γενιά σχεδόν παντελώς τους αγνοούσε.  -Ε, που πάτε μωρέ παιδιά, που πάτε συντρόφια χωρίς την κληρονομιά την πνευματική σας;
 «Ω κόσμε, πως ξανάστροφα σε βλέπω γυρισμένο,
   Και κάθε δίκιο και πρεπό βρίσκεται κουκλωμένο!»
 Ως εδώ ήταν παραμύθι. «Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές είναι γιατί τα’ ακούς γλυκότερα», είπε ο Σεφέρης και συμφωνώ μαζί του. 
 Η συζήτηση για τη νέα μορφή που παίρνει το Αναγεννησιακό Φεστιβάλ έχει έτσι κι αλλιώς ανοίξει. Το βασικό ερώτημα που έβαλα εγώ είναι εάν δικαιούται το  Αναγεννησιακό Φεστιβάλ του Ρεθύμνου να αγνοεί τους Ρεθεμνιώτες ποιητές της Αναγέννησης και γενικότερα την Κρητική Αναγέννηση και το Κρητικό Θέατρο. Κατά τη γνώμη μου δεν δικαιούται. Είναι χρήσιμο και σκόπιμο να υπάρχουν νεωτεριστικές ιδέες σε ένα θεσμό, να υπάρχει ανανέωση του θεσμού αλλά μέχρι ένα όριο.
 Το θέμα είναι μείζον διότι διαπιστώνω – και βεβαιώνω – πως οι νέοι Ρεθεμνιώτες σταδιακά παύουν να ενδιαφέρονται για τους μεγάλους μας αναγεννησιακούς ποιητές και επομένως η πολιτιστική φυσιογνωμία της πόλης αρχίζει να αλλοιώνεται. Η πόλη αυτή ενώ είναι αυτόφωτη οδηγείται για να γίνει ετερόφωτη, ψάχνοντας για ιταλικά γαλλικά και γερμανικά φώτα, παρ’ όλο που διαθέτει άφθονο και έντονο δικό της φως. Τον τίτλο «Πόλη των Γραμμάτων» όλοι ανεξαιρέτως τον θέλομε και τον επιζητούμε. Πως γίνεται όμως να απεμπολούμε τα θεμέλια στα οποία στηρίζεται  αυτός ο τίτλος;
  Ο Χορτάτζης θεωρείται σαν ο γενάρχης του νεοελληνικού θεάτρου και ο Κορνάρος έγραψε το πιο κοσμαγάπητο ποίημα που γράφτηκε ποτέ στο νησί μας. Εγώ δεν παριστάνω τον πολύξερο και τον παντογνώστη. Ξέρω όμως ποια γνώμη έχουν οι σύγχρονοι δάσκαλοι και οι πνευματικοί άνθρωποι πάνω στο θέμα και θα ευχόμουν να βγουν οι ίδιοι και να εκφράσουν τη γνώμη τους. Αν αυτό δεν γίνει, θα είναι κρίμα, όπως λέει και ο Μπουνιαλής:
«Κι οι Ρεθεμνιώτες πανταχού βρίσκουνται και γυρίζου
Και κάστρη κυβερνούσινε και στρατηγούς ορίζου
Κι ήτονε κρίμα τα λαμπρά άστρα να βασιλέψου
Και να μη στέκου ζωντανά πολλούς να μαθητέψου». 

                                             
ΑΡΜΕΝΙΖΟΝΤΑΣ
 (Ο ΠΛΟΥΣ ΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΣΤΙΟΦΟΡΟΥ  ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ)
                                                                                                                      
  Ο θρίαμβος του ελληνικού καλοκαιριού ετοιμάζεται να ολοκληρωθεί νομοτελειακά μέσα στην κάψα του Αυγούστου. Τα τρεχαντήρια, τα μπρίκια, οι σκούνες, οι βρατσέρες, οι φρεγάτες, οι κορβέτες, τα ιστιοφόρα, τα ταχύπλοα πλέουν στις θάλασσες και προσεγγίζουν τα νησιά, σαν τα μωρά που αναζητούν θηλή για να βυζάξουν. Και τα νησιά απλώνουν τις θηλές τους συναινετικά, για να βυζάξουν οι διψασμένοι τους χυμούς της καρπούζας και του σταφυλιού, τις ευωδιές της αυγής, της αχλαδιάς και του ηλιοβασιλέματος τα μύρα.
  Με έναν παλιό πορτολάνο στα χέρια, αλίδρομος, ανέβηκα στο καράβι του πεπρωμένου μου. Πορτολάνος είναι το κείμενο που περιέχει οδηγίες προς τους ναυτιλλόμενους  για να διευκολύνει τα ταξίδια τους από λιμάνι σε λιμάνι (πόρτο). Αλίδρομος σημαίνει ναυτικός. Έχω μάθει κι άλλα, πολλά ακόμη. Έμαθα τ’ άστρο της Ανατολής, τ’ άστρο της τραμουντάνας, τ’ άστρο του Αλμποράν, το Άλφα του Κενταύρου….
  -Όσα είχες δικαίωμα να μάθεις τα έμαθες, είπε ο Φίλης.
Το ιστιοφόρο μου είναι άσπρο. Το χρώμα έχει σημασία. Πρέπει να ταιριάζει με το γαλανό της θάλασσας και να εμπνέει τους επιβάτες. Και τι επιβάτες! Μια παρέα σπινθηροβόλα πολύξερη και πολύχρωμη, με ελαφριά, παιχνιδιάρικη διάθεση, μαλλιά και πουκάμισα που ανεμίζουν στον αιγαιοπελαγίτικο άνεμο. Στα όρτσα να προλάβουμε. Τραβέρσο και προχώρα.
  Κάποιος απαγγέλλει στιχάκια:

                          Σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς.
                         -Στην αγορά του Αλιτζεριού δεμένη να σε σύρω.-
                          Και πήδηξ' ο μικρός θεός μια νύχτα, των Ινκάς,
                          στου Αιγαίου τα γαλανά νερά, δυο μίλια όξω απ' τη Σκύρο.

  Στην πλώρη, νάτος πετιέται  ο τελευταίος αμαρτωλός. Ο Καββαδίας, όρθιος κρατώντας ένα παλινώριο, καπνίζει. Συνεχώς κάτι μουρμουρίζει:
  -Όρτσα τα πανιά! (Αυτό θα πει: στρέψε την πλώρη προς τον άνεμο).
  -Όρτσα Νικόλα τα πανιά, τη φυγή κι εγώ γυρεύω.
Καθώς η ταχύτητα του μικρού ιστιοφόρου μεγάλωνε ολοένα, ένταση και ενθουσιασμός είχε κυριεύσει τους επιβάτες.
-         Γιε μου που πας (μια κραυγή σπαραχτική έσκισε τον ορίζοντα).
-         Μάνα θα πάω στα καράβια.
   Ο Καββαδίας αποφάσισε ν’ απαγγείλει:

-Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
    Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
   Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
     για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.
 
  Το μεσημέρι ο θρίαμβος του ελληνικού φωτός είχε φτάσει στο αποκορύφωμα. Εκτυφλωτικό και ασυγκράτητο το φως σαρώνει τα καταστρώματα του μικρού ιστιοφόρου, παίζει με τον αφρό των κυμάτων, φτάνει στ ου Αιγαίου τα νησιά, μπαίνει στα σπίτια των ψαράδων των οικοδόμων και των αγροτών κάνει το τραπέζι ν’ αστράφτει, το ψωμί να μοσχοβολά, τους ανθρώπους να ονειρεύονται:

                          Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
                          των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων ,
                          και θα πεθάνω μια βραδιά , σαν όλες τις βραδιές ,
                          χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων .

  -Ο ήλιος είναι ο αντικατοπτρισμός της ύπατης γνώσης, είπε ο Φίλης.
  Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό… Το ιστιοφόρο της φαντασίας μου συνεχίζει το  ταξίδι του.
   Το ίδιο θα συμβεί και σε σένα, ελεύθερε άνθρωπε, ελεύθερο πνεύμα. Η μοναξιά είναι ίδια παντού. Θα έρθει η ώρα λοιπόν που θα μπεις κι εσύ στο ιστιοφόρο σου. Η πεζή πραγματικότητα πάντα θα σε απωθεί κι η φαντασία πάντα θα σε κερδίζει. Τα καμώματα των μικρών ανθρώπων, των πολιτικάντηδων, των μωροφιλόδοξων, των λαοπλάνων των καιροσκόπων πάντοτε θα σε κάνουν ν’ αποστρέφεις το πρόσωπό σου. Θα επιβιβαστείς λοιπόν τελικά στο ιστιοφόρο της φαντασίας σου και θα σαλπάρεις…
  «Να φύγω… Να φύγω…», θα μουρμουρίζεις διατρέχοντας τα καταστρώματα ξεμπετουργιασμένος  και ξυπόλυτος. Καμιά φορά θα βλέπεις τον καπετάν Νικόλα να σου γνέφει με την τραγιάσκα. Με το ύφος του τ’ ονειροπόλο θα σε μαγεύει μην τυχόν και μετανιώσεις. Και καμιά φορά το βράδυ, ο ίδιος θα έρχεται στον ύπνο σου και θα σου μουρμουρίζει με τη βραχνή, μακρόσυρτη φωνή του:

                               Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται,
                                 σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.


 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου